Ἐρώτησις· Τί γάρ, δέσποτα, ὅλως ὀφείλομεν διῶξαι τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ, οὐ παροργίζομεν ἐν τούτῳ τὸν Θεόν; Ἀπόκρισις· Οἱ μὲν τέλειοι οὐ διώκουσιν αὐτήν, ἔχουσι γὰρ ὅλην τὴν ἐλπίδα αὐτῶν εἰς τὸν Θεόν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπειδὴ σαρκικοί ἐσμεν καὶ δεόμεθα τῶν γηΐνων, κατακρίνοντες ἑαυτοὺς ὡς ἁμαρτάνοντας ἐν τούτῳ διώξωμεν μετὰ προσευχῆς καὶ ψαλμῳδίας, δεόμενοι τοῦ Θεοῦ, ἵνα συγχωρήσῃ ἡμῖν, καὶ σπουδάζοντες τοῦ λοιποῦ εὐχαριστῆσαι αὐτῷ. Ἐὰν γὰρ καὶ τοῦτο παρέλθῃ, χείρονα τούτου ἐπιφέρουσιν ἡμῖν αἱ ἁμαρτίαι, καὶ οὐκ ἔνι δίχα μετανοίας καὶ ἐλέους παύσασθαι ἐξ ἡμῶν τὰ κακά. Φησὶ γάρ· «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται.» Καὶ μὴ εἴπῃς· Καὶ διὰ τί εἰς παιδείαν ἐπιφέρων ὁ Θεὸς τὴν ὀργήν, ἀνέχεται τῶν μὴ μετανοούντων διωκόντων αὐτήν; Ὁ γὰρ Θεὸς πρὸς ἀπειλὴν ἐπιφέρει τὴν ὀργήν, ἵνα μετανοήσωμεν καὶ ἀνέχεται ἡμῶν διωκόντων, προσδεχόμενος τῇ μακροθυμίᾳ τὴν πρὸς αὐτὸν ἡμῶν ἐπιστροφήν. Ἐὰν γὰρ ἐπιμένωμεν τοῖς αὐτοῖς καὶ μετὰ τὸ διῶξαι εἰς χείρονα ἐμπίπτωμεν κακά, καὶ πληροῦται εἰς ἡμᾶς τὸ προφητικὸν ῥητόν· «Ἰατρεύσαμεν τὴν Βαβυλῶνα, καὶ οὐκ ἰάθη.» Καὶ οὐκ ἔνι ἄλλο προσδοκῆσαι, εἰ μὴ τὴν κόλασιν τὴν αἰώνιον καὶ τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον καὶ τὸν σκώληκα τὸν ἰοβόλον καὶ τὸν βρυγμὸν τῶν ὀδόντων.
Μετάφραση
Ερώτηση: Γιατί άραγε, δέσποτα, οφείλουμε εντελώς να απομακρύνουμε την οργή του Θεού; Μήπως με αυτό παροργίζουμε τον Θεό; Απόκριση: Οι μεν τέλειοι δεν την απομακρύνουν, διότι έχουν όλη τους την ελπίδα στον Θεό. Αλλά εμείς, επειδή είμαστε σαρκικοί και έχουμε ανάγκη τα γήινα, κατακρίνοντας τους εαυτούς μας ως αμαρτωλούς σε αυτό, ας την απομακρύνουμε με προσευχή και ψαλμωδία, παρακαλώντας τον Θεό να μας συγχωρήσει, και φροντίζοντας στο εξής να τον ευαρεστήσουμε. Διότι, εάν περάσει και αυτό, οι αμαρτίες θα μας επιφέρουν χειρότερα, και δεν είναι δυνατόν να παύσουν τα κακά από εμάς χωρίς μετάνοια και έλεος. Διότι λέει: «Μακάριοι οι ελεήμονες, διότι αυτοί θα ελεηθούν.» Και μην πεις: Και γιατί, ενώ ο Θεός επιφέρει την οργή προς παιδαγωγία, ανέχεται αυτούς που δεν μετανοούν και την απομακρύνουν; Διότι ο Θεός επιφέρει την οργή ως απειλή, για να μετανοήσουμε, και μας ανέχεται όταν την απομακρύνουμε, περιμένοντας με μακροθυμία την επιστροφή μας προς Αυτόν. Εάν όμως επιμένουμε στα ίδια, και αφού την απομακρύνουμε πέσουμε σε χειρότερα κακά, τότε εκπληρώνεται σε εμάς το προφητικό ρητό: «Ιατρεύσαμε τη Βαβυλώνα, αλλά δεν ιατρεύθηκε.» Και δεν υπολείπεται να προσδοκούμε τίποτε άλλο, παρά μόνο την αιώνια κόλαση, το εξώτερο σκοτάδι, το ιοβόλο σκουλήκι και τον βρυγμό των οδόντων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες