Δηλοῖ γὰρ ἐν τούτοις ὁ λόγος ὡς ὁ μὴ συγχωρήσας τελείως τοῖς πταίουσι καὶ καθαρὰν λύπης παραστήσας τῷ θεῷ τὴν καρδίαν, λελαμπρυσμένην τῷ φωτὶ τῆς πρὸς τὸν πέλας καταλλαγῆς, τῆς τῶν ηὐγμένων καλῶν ἀποτεύξεται χάριτος καὶ τῷ πειρασμῷ καὶ τῷ πονηρῷ κατὰ δικαίαν ἐκδοθήσεται κρίσιν, ἵνα μάθῃ καθαίρεσθαι πλημμελῶν, τὰς κατὰ ἄλλων ἑαυτοῦ μομφὰς ἀφαιρούμενος. 〈Πειρασμὸν〉 δὲ λέγει νῦν τὸν τῆς ἁμαρτίας νόμον, ὃν οὐκ ἔχων ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἦλθεν εἰς γένεσιν, 〈Πονηρὸν〉 δὲ τὸν τοῦτον ἐμφύραντα τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων διάβολον καὶ πείσαντα δι᾽ ἀπάτης τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τοῦ συγκεχωρημένου πρὸς τὸ κεκωλυμένον τῆς ψυχῆς μετενέγκαι τὴν ἔφεσιν καὶ πρὸς τὴν τῆς θείας ἐντολῆς τραπῆναι παράβασιν, ἧς ἔργον γέγονεν ἡ τῆς δοθείσης κατὰ χάριν ἀφθαρσίας ἀπόθεσις.
Μετάφραση
Διότι με αυτά δηλώνει ο λόγος ότι εκείνος που δεν έχει συγχωρήσει απόλυτα όσους έσφαλαν απέναντί του και δεν έχει παρουσιάσει στον Θεό την καρδιά του καθαρή από κάθε πικρία, λαμπρυσμένη από το φως της συμφιλίωσης με τον πλησίον, θα στερηθεί τη χάρη των αγαθών για τα οποία προσεύχεται. Επίσης, με δίκαιη κρίση, θα παραδοθεί στον πειρασμό και στον πονηρό, προκειμένου να μάθει να καθαρίζεται από τα σφάλματα, αποβάλλοντας τις κατηγορίες που ο ίδιος προσάπτει στους άλλους. «Πειρασμό» ονομάζει εδώ τον νόμο της αμαρτίας, τον οποίο δεν έφερε ο πρώτος άνθρωπος όταν δημιουργήθηκε. Και «πονηρό» ονομάζει τον διάβολο, ο οποίος ανέμειξε τον νόμο αυτόν στην ανθρώπινη φύση και έπεισε με απάτη τον άνθρωπο να μεταθέσει την επιθυμία της ψυχής του από το επιτρεπόμενο στο απαγορευμένο, καθώς και να στραφεί προς την παράβαση της θείας εντολής, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε η αποβολή της αφθαρσίας που του είχε δοθεί κατά χάριν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες