Ἐσπάθησε καὶ ὁ Ἀδὰμ τὴν οὐσίαν κακῶς καὶ πάσης πατρικῆς εὐπορίας ἐξέπεσε καὶ ὑπερωρίσθη τοῦ παγκάλου χωρίου, ὅπερ ὁ θεὸς ἐγεώργησε καὶ τῇ οἰκείᾳ σοφίᾳ φυτεύσας παντοίων βλαστημάτων ἀπέδειξεν εὔφορον. Γυμνωθεὶς δὲ πάσης περιβολῆς τῇ οἰκτρᾷ σκέπῃ τῶν φύλλων ᾐσχύνετο πλέον τῆς γυμνότητος ἐρυθριῶν τῷ σκεπάσματι. Τοιοῦτοι καὶ πάντες ἁμαρτωλοί, ἀπὸ υἱῶν μίσθιοι, ἀπὸ εὐγενῶν ἄδοξοι, ἀπὸ ἐλευθέρων δοῦλοι, ἀπὸ πλουσίων πένητες, οὐκέτι δυνάμενοι λέγειν τὰ τῆς συνήθους παρρησίας· Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
Μετάφραση
Σπατάλησε και ο Αδάμ την περιουσία κακώς και εξέπεσε από κάθε πατρική ευπορία και εξορίστηκε από τον πάγκαλο τόπο, τον οποίο ο Θεός καλλιέργησε και, αφού τον φύτεψε με την οικεία Του σοφία, τον ανέδειξε εύφορο με κάθε είδους βλαστήματα. Γυμνωμένος δε από κάθε περιβολή, με την οικτρή σκέπη των φύλλων αισχυνόταν, ερυθριώντας περισσότερο για το σκέπασμα παρά για τη γυμνότητα. Τέτοιοι είναι και όλοι οι αμαρτωλοί, από υιοί μισθωτοί, από ευγενείς άδοξοι, από ελεύθεροι δούλοι, από πλούσιοι πένητες, μη δυνάμενοι πλέον να προφέρουν με τη συνήθη παρρησία τα λόγια: Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες