Ὁμολογῶ καὶ τὸν θεραπεύσαντά με, γνωρίζω δὲ καὶ τοὺς γεννήσαντάς με· εἰ γὰρ καὶ ἠρνήσαντό με οἱ γονεῖς μου, καὶ οὕτως οὐ διστάζω. Οἶδα, οἶδα σαφῶς βοῶντα τὸν Δαβίδ· «Ὁ πατήρ μου καὶ ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με, ὁ δὲ Κύριος προσελάβετό μου.» Οἱ δὲ Φαρισαῖοι δριμυχθέντες ἔλεγον αὐτῷ· Τί λέγεις, ματαιόφρον, τῷ Δαβὶδ ἑαυτὸν συγκρίνεις; καὶ τὸν υἱὸν τοῦ τέκτονος Κύριον ὁμολογεῖς, τὸν μὴ ἔχοντα ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι; Κείσθω, ὅτι ἀνέβλεψας· τὸν Θεὸν ὑμνολόγει. Τί τούτῳ εὐχαριστεῖς; Οὐκ ἔστιν οὗτος ἐκ τοῦ Θεοῦ· εἰ ἦν ἐκ τοῦ Θεοῦ, οὐκ ἂν ἔλυεν τὸ σάββατον. «Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς γὰρ οἴδαμεν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν.» Ὁ δὲ ἀναβλέψας, ἀκούσας ὅτι ἁμαρτωλὸν τὸν Κύριον λέγουσι, τὴν ψυχὴν εἰλιγγιάσας, καὶ τὰς ἀκοὰς ἐπισχὼν, ἀνταποκρίνεται πρὸς τοὺς Φαρισαίους λέγων· Τί λέγετε; Ἁμαρτωλός ἐστιν, ὁ τῶν ἐμῶν ὀφθαλμῶν φωτοδότης; Τί τῇ πικρίᾳ μέλι προσμιγνύετε;
Μετάφραση
Ομολογώ και εκείνον που με θεράπευσε, γνωρίζω δε και αυτούς που με γέννησαν· διότι, και αν ακόμη με αρνήθηκαν οι γονείς μου, εγώ και πάλι δεν διστάζω. Γνωρίζω, γνωρίζω σαφώς τον Δαβίδ που αναφωνεί: «Ο πατέρας μου και η μητέρα μου με εγκατέλειψαν, ο δε Κύριος με προσέλαβε.» Οι δε Φαρισαίοι, γεμάτοι οργή, του έλεγαν: Τι λες, ματαιόφρονα; Συγκρίνεις τον εαυτό σου με τον Δαβίδ; Και ομολογείς ως Κύριο τον γιο του τέκτονα, αυτόν που δεν έχει πού να γείρει το κεφάλι του; Έστω ότι ανέβλεψες· τον Θεό να υμνολογείς. Γιατί ευχαριστείς αυτόν; Αυτός δεν είναι από τον Θεό· εάν ήταν από τον Θεό, δεν θα κατέλυε το Σάββατο. «Δώσε δόξα στον Θεό· διότι εμείς γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός.» Εκείνος όμως που ανέβλεψε, ακούγοντας ότι αποκαλούν τον Κύριο αμαρτωλό, ένιωσε ίλιγγο στην ψυχή και, φράζοντας τα αυτιά του, ανταπάντησε στους Φαρισαίους λέγοντας: Τι λέτε; Είναι αμαρτωλός ο φωτοδότης των ματιών μου; Γιατί αναμειγνύετε μέλι στην πικρία;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες