εἰ ψιλὸν ἄνθρωπον ἡγῇ, μηδὲ ἀγαθὸν κάλει· εἰ δὲ «καλεῖς ἀγαθόν», ἐπιγίνωσκε καὶ θεόν· «οὐδεὶς» γὰρ «ἀγαθὸς» πλὴν θεοῦ, οὐ διδάσκαλος, οὐκ ἄρχων, οὐκ ἐξουσιαστής, οὐχ ὁ νίκαις κρατῶν τῶν ἄλλων, οὐχ ὁ κάλλει διαφέρων, οὐχ ὁ πλούτῳ κομῶν, οὐδ᾽ αὐτὸς ὁ πλοῦτος, πρὸς ὃν σὺ κέχηνας· οὐδὲν ὅλως τῶν παρόντων καὶ ῥεόντων ἐστὶν ἀγαθόν. οὕτως οὖν ὁ φιλάνθρωπος δεσπότης ἐκ πρώτης ἀποφάσεως τήν τε νομιζομένην εὐφημίαν ἀσύμβατον οὖσαν τῇ ἄλλῃ αὐτοῦ ὑπολήψει διακρουσάμενος καὶ μηδὲν ἀγαθὸν ἡγεῖσθαι μηδὲ τὸν πλοῦτον πλὴν θεοῦ προτρεψάμενος ἐπὶ τὴν κατὰ μέρος ἔρχεται τῶν ἐντολῶν ἀπαρίθμησιν καὶ διδασκαλίαν, ἐκείνας τέως προάγων εἰς μέσον, πρὸς ἃς μηδ᾽ ἐκεῖνον δυσφόρως ἐγίνωσκεν ἔχειν, ἵνα τῇ περὶ τούτων ἀποδοχῇ καὶ συγκαταθέσει καὶ τὴν τῆς φιλοχρηματίας καὶ τοῦ πλούτου ἐκτομὴν καὶ ἀποστροφὴν ἀκολούθως καταδέξασθαι παρασκευάσῃ. ὁ δὲ πρὸς τὰς προενεχθείσας ἐντολὰς ἕτοιμος καὶ προπαρεσκευασμένος φανεὶς τοσοῦτον ἐδέησεν ἀποσπασθῆναι τῆς φιλαργυρίας καὶ τοῦ πλούτου, ὥστε καὶ προτεινομένων αὐτῷ καὶ ὑποτεινομένων ἐπάθλων καὶ στεφάνων, φημὶ δὴ τὸ τέλειον γενέσθαι καὶ οὐρανίων 〈θησαυρῶν〉 εὐπορῆσαι, οὐ μόνον οὐδὲν ἐνέδωκε τῆς προσπαθείας τῆς πρὸς τὸν πλοῦτον καὶ τὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ τὸν διδάσκαλον λιπὼν ἀνεχώρησεν.
Μετάφραση
Αν τον θεωρείς απλό άνθρωπο, τότε να μην τον αποκαλείς αγαθό· αν όμως «τον αποκαλείς αγαθό», τότε να τον αναγνωρίζεις και ως Θεό. Διότι «κανείς δεν είναι αγαθός» παρά μόνο ο Θεός, ούτε δάσκαλος, ούτε άρχοντας, ούτε εξουσιαστής, ούτε αυτός που επικρατεί των άλλων με νίκες, ούτε αυτός που ξεχωρίζει σε ομορφιά, ούτε αυτός που καυχιέται για τον πλούτο του, ούτε και ο ίδιος ο πλούτος, για τον οποίο εσύ μένεις με το στόμα ανοιχτό. Τίποτα απολύτως από τα παρόντα και ρευστά δεν είναι αγαθό. Έτσι λοιπόν ο φιλάνθρωπος Δεσπότης, από την πρώτη κιόλας απόφανσή του, έχοντας αποκρούσει τη νομιζόμενη φιλοφρόνηση ως ασύμβατη με την άλλη του αντίληψη, και έχοντας τον προτρέψει να μη θεωρεί τίποτα ως αγαθό, ούτε καν τον πλούτο, παρά μόνο τον Θεό, προχωρά στη λεπτομερή απαρίθμηση και διδασκαλία των εντολών, φέρνοντας πρώτα στο προσκήνιο εκείνες προς τις οποίες γνώριζε ότι και εκείνος δεν αντιδρούσε δυσάρεστα, ώστε, με την αποδοχή και τη συγκατάθεση σε αυτές, να τον προετοιμάσει να αποδεχθεί στη συνέχεια την αποκοπή και την αποστροφή προς τη φιλαργυρία και τον πλούτο. Εκείνος όμως, αν και φάνηκε έτοιμος και προετοιμασμένος για τις εντολές που προτάθηκαν, απείχε τόσο πολύ από το να αποσπαστεί από τη φιλαργυρία και τον πλούτο, ώστε, παρόλο που του προτείνονταν και του υπόσχονταν έπαθλα και στεφάνια, δηλαδή το να γίνει τέλειος και να αποκτήσει ουράνιους θησαυρούς, όχι μόνο δεν υποχώρησε καθόλου από την προσκόλλησή του προς τον πλούτο και τα χρήματα, αλλά μάλιστα εγκατέλειψε τον Δάσκαλο και αναχώρησε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες