Ἀλλ᾽ ὁ μὲν θεσπέσιος Μωσῆς, ἠπιότητι τῇ συνήθει χρώμενος, ὡς ἠῤῥωστηκότας παρεκάλει, καὶ τὴν ὅσην οὔπω κατ᾽ αὐτῶν ἐσομένην ὀργὴν ἐννενοηκὼς, ἐπιπλήττει λέγων· «Ἱκανούσθω ὑμῖν, οἱ υἱοὶ Λευΐ. Οὐ γὰρ μικρὸν,» φησὶν, «ὑμῖν, ὅτι ὑμᾶς ἐκ πάντων ἀπολέκτους ἐποιήσατο πρὸς τὴν οὕτω σεπτὴν καὶ ἀξιάγαστον λειτουργίαν ὁ τῶν ὅλων Θεός.» Οἱ δὲ ἦσαν ἔτι πικροὶ καὶ ἀτεράμονες, καὶ ἀχάλινοι πρὸς ὑπεροψίαν, ἄχρις ἂν αὐτοῖς εἰς τοῦτο κακοῦ τὰ τῆς ἀπονοίας εἰσβέβηκεν, ὡς διανοίξασαν τὴν γῆν τὸ στόμα, αὐτοῖς γένεσι καὶ σκηναῖς ἑλεῖν, καὶ ὀλέθρῳ ξένῳ περιβαλεῖν. Κατέβησαν γὰρ εἰς ᾅδου ζῶντες, κατὰ τὸ γεγραμμένον.
Μετάφραση
Αλλά ο θεσπέσιος Μωυσής, χρησιμοποιώντας τη συνηθισμένη του πραότητα, τους παρακαλούσε σαν να ήταν άρρωστοι, και, έχοντας συνειδητοποιήσει την οργή που επρόκειτο σύντομα να ξεσπάσει εναντίον τους, τους επιπλήττει λέγοντας: «Ας είναι αρκετό για εσάς, γιοι του Λευί. Διότι δεν είναι μικρό πράγμα για εσάς», λέει, «το ότι ο Θεός των πάντων σας εξέλεξε ανάμεσα από όλους για μια τόσο σεπτή και αξιοθαύμαστη λειτουργία». Εκείνοι όμως παρέμεναν πικρόχολοι, αμετάπειστοι και αχαλίνωτοι στην υπεροψία τους, μέχρι που η παραφροσύνη τους έφτασε σε τέτοιο σημείο κακού, ώστε η γη, ανοίγοντας το στόμα της, τους κατάπιε μαζί με τις οικογένειες και τις σκηνές τους, παραδίδοντάς τους σε έναν παράδοξο όλεθρο. Διότι κατέβηκαν ζωντανοί στον άδη, όπως έχει γραφτεί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες