Τοῦτο δέ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ· τὸν κολλώμενον αὐτῷ μηδὲν ὅλως περιφέρεσθαι τοῦ αἰῶνος τούτου, μηδὲν τῶν γηΐνων φροντίζειν, ἀλλὰ μόνον τὸν σταυρὸν τοῦ σταυρωθέντος ὑπὲρ αὐτοῦ βαστάζειν αὐτόν, καὶ ἔχειν φροντίδα καὶ μέριμναν νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἀκαταπαύστοις ὕμνοις καὶ δοξολογίαις ὑμνεῖν αὐτόν, πεφωτισμένον ἔχειν τὸ ὄμμα τῆς διανοίας, εἰδέναι τὸ θέλημα αὐτοῦ καὶ ποιεῖν αὐτό, ἁπλὴν ἔχειν τὴν καρδίαν, καθαρὸν τὸν νοῦν· ἐλεήμονα εἶναι, ἵνα, καθὼς αὐτὸς οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ἐστί, οὕτως καὶ ἡμεῖς ἐξακολουθῶμεν αὐτῷ· πρᾶον καὶ ἡσύχιον εἶναι, ἀνεξίκακον, μηδενὶ κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἀποδιδόντα· ὕβρεων πολλῶν ἀνεχόμενον, καθὼς αὐτὸς ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων ὑβρίσθη καὶ ὑπέμεινε πληγὰς καὶ βασάνους ὑποφέρειν· καὶ γὰρ αὐτὸς ταῦτα ἔπαθε· ῥαπισθεὶς γὰρ ὑπὸ τοῦ δούλου τοῦ ἀρχιερέως, οὐδὲν ἐποίησεν, ἀλλὰ μόνον εἶπεν· «〈εἰ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις〉;» οὐκ ἠδύνατο ὁ κελεύσας τῇ γῇ, ἵνα τοὺς Δαθὰν καὶ Ἀβειρῶν ζῶντας καταπίῃ, καὶ τοῦτον τὸν ἐκτείναντα τὴν χεῖρα καὶ τύψαντα τὸν ἑαυτοῦ δημιουργὸν ζῶντα καταπιεῖν. ἀλλ᾽ ὑπέμεινεν, 〈ἡμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν, ἵν᾽ ἡμεῖς τοῖς ἐκείνου ἴχνεσιν ἐπακολουθήσωμεν〉. σὺ δέ, ἄνθρωπε, οὐ βαστάζεις ὑπὸ τοῦ ὁμογενοῦς σου ἀνθρώπου ὑβρισθῆναι; μίμησαι τὸν δεσπότην σου.
Μετάφραση
Αυτό δε είναι το θέλημα του Χριστού: εκείνος που προσκολλάται σε Αυτόν να μην παρασύρεται καθόλου από τα του αιώνος τούτου, να μη φροντίζει κανένα από τα γήινα, αλλά μόνο να βαστάζει τον σταυρό Εκείνου που σταυρώθηκε για χάρη του, και να έχει ως φροντίδα και μέριμνά του, νύχτα και μέρα, το να Τον υμνεί με ακατάπαυστους ύμνους και δοξολογίες, να έχει φωτισμένο το όμμα της διανοίας, να γνωρίζει το θέλημά Του και να το πράττει, να έχει απλή την καρδιά και καθαρό τον νου· να είναι ελεήμων, ώστε, όπως Εκείνος είναι οικτίρμων και ελεήμων, έτσι και εμείς να Τον ακολουθούμε· να είναι πράος και ήσυχος, ανεξίκακος, να μην ανταποδίδει σε κανέναν κακό αντί κακού· να ανέχεται πολλές ύβρεις, όπως και Εκείνος υβρίστηκε από τους Ιουδαίους, και να υπομένει πληγές και βάσανα· διότι και Εκείνος τα έπαθε αυτά. Όταν δηλαδή ραπίστηκε από τον δούλο του αρχιερέα, δεν έπραξε τίποτα, αλλά μόνο είπε: «Εάν μίλησα κακά, μαρτύρησε για το κακό· εάν όμως καλά, γιατί με χτυπάς;» Δεν μπορούσε άραγε Εκείνος που πρόσταξε τη γη να καταπιεί ζωντανούς τον Δαθάν και τον Αβειρών, να προστάξει να καταπιεί ζωντανό και τούτον που άπλωσε το χέρι του και χτύπησε τον ίδιο του τον Δημιουργό; Αλλά υπέμεινε, αφήνοντας σε εμάς υπόδειγμα, για να ακολουθήσουμε εμείς τα δικά Του ίχνη. Εσύ όμως, άνθρωπε, δεν ανέχεσαι να υβριστείς από τον συνάνθρωπό σου; Μιμήσου τον Δεσπότη σου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες