Τοῦτο τὸ ὕδωρ ἀντιλογίας, ὅτι ἐλοιδορήθησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἔναντι Κυρίου, καὶ ἡγιάσθη ἐν αὐτοῖς.» ᾜεσαν μὲν γὰρ δι᾽ ἠπείρου ξηρᾶς, καὶ πολλὴν διψάδα παραθέοντες γῆν, εἶτα τοῖς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐναλύοντες πόνοις, καὶ εἰ βραχύ τι γένοιτο τῶν εἰωθότων λυπεῖν, δυσφόρητον ἐποιοῦντο κατά τε Μωσέως καὶ Ἀαρὼν τὴν καταβοήν. Πλείστης δὲ ὅσης καὶ ἀξιαγάστου θεοσημίας θεωροὶ γεγονότες, καὶ τῆς θείας δυνάμεως τὴν ὑπεροχὴν διὰ πείρας αὐτῆς ἐκμεμαθηκότες, ἐδεδίεσαν ἔτι μὴ ἄρα πως ἀτονήσῃ πρὸς τὸ χρῆναί φημι διανέμειν τὰ ζωαρκῆ, καὶ πανταχόθεν αὐτοῖς ἐκπορίζειν τὰ ἐδώδιμα, καὶ τὰς τῶν ὑδάτων ποιεῖσθαι χορηγίας· ἀλλ᾽ ἡττῶνται τῆς ὀλιγοψυχίας, μειρακιώδη καὶ ἄνανδρον ἔχοντες νοῦν· καὶ εἰ μικροῦ λάβοιτό τινος τοῦ πεφυκότος ἀνιᾷν, ἐπιπηδῶσιν εὐθὺς τῷ παιδαγωγῷ, καὶ κατακεκράγασιν ἀνοσίως, ὅτι καὶ γέγονεν ὅλως μεσίτης αὐτοῖς, καὶ κέκληνται δι᾽ αὐτοῦ πρὸς ἐλευθερίαν. Μακαρίζουσι δὲ τοὺς ταῖς προλαβούσαις ὀλιγοψυχίαις ὀλωλότας, ὅτι τῶν ἐν Αἰγύπτῳ κρεῶν ἐπιθυμίᾳ ἦσαν ἐνειλημμένοι· εἶτα τὴν ὀλέθριον κατεδηδοκότες ὀρτυγομήτραν, θανάτῳ κατεδικάζοντο. Διὰ τοῦτό φασιν «Ὄφελον ἀπεθάνομεν ἐν τῇ ἀπωλείᾳ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, ἔναντι Κυρίου. Καὶ ἵνα τί ἀνηγάγετε εἰς τὴν ἔρημον ταύτην, ἀποκτεῖναι ἡμᾶς καὶ τὰ κτήνη ἡμῶν;» Ὣ τῆς κακανδρίας, ὡς ἀτληπαθὲς τὸ φρόνημα, καὶ πολὺ πρόχειρος εἰς ἀκηδίαν ὁ νοῦς!
Μετάφραση
«Αυτό είναι το ύδωρ της αντιλογίας, επειδή οι υιοί του Ισραήλ φιλονίκησαν ενώπιον του Κυρίου, και Εκείνος αγιάσθηκε ανάμεσά τους.» Διότι πορεύονταν μέσα από ξηρά γη, και διατρέχοντας πολλή διψασμένη γη, έπειτα εξαντλούμενοι από τους κόπους της οδοιπορίας, ακόμη και αν συνέβαινε κάτι μικρό από αυτά που συνήθως προκαλούν λύπη, έκαναν αφόρητη κατακραυγή εναντίον του Μωυσή και του Ααρών. Αν και είχαν γίνει θεατές πάρα πολλών και αξιοθαύμαστων θείων σημείων, και είχαν μάθει καλά από ίδια πείρα την υπεροχή της θείας δυνάμεως, φοβούνταν ακόμη μήπως τυχόν αυτή ατονήσει στο καθήκον, εννοώ, να τους διανέμει τα αναγκαία για τη ζωή, και να τους προμηθεύει από παντού τα τρόφιμα, και να τους χορηγεί τα ύδατα. Αλλά νικώνται από την ολιγοψυχία, έχοντας παιδαριώδη και άνανδρο νου. Και αν τους έβρισκε έστω και κάτι μικρό από όσα προξενούν φυσική στενοχώρια, επιτίθεντο αμέσως στον παιδαγωγό, και κραύγαζαν ανόσια γιατί είχε γίνει εξάλλου μεσίτης για αυτούς, και γιατί μέσω αυτού είχαν κληθεί στην ελευθερία. Μάλιστα, μακάριζαν αυτούς που είχαν χαθεί κατά τις προηγούμενες ολιγοψυχίες, διότι είχαν κυριευθεί από την επιθυμία για τα κρέατα της Αιγύπτου έπειτα, αφού έφαγαν τα ολέθρια ορτύκια, καταδικάζονταν σε θάνατο. Γι' αυτό λένε: «Μακάρι να είχαμε πεθάνει κατά την απώλεια των αδελφών μας, ενώπιον του Κυρίου. Και γιατί μας ανεβάσατε σε αυτήν την έρημο, για να σκοτώσετε εμάς και τα κτήνη μας;» Ω της ανανδρίας, πόσο ανυπόμονο είναι το φρόνημα, και πόσο επιρρεπής στην ακηδία ο νους!
Περισσότερα
Λεπτομέρειες