Ἀλλ᾽ ἐπὶ τῆς αὐτῆς εὐταξίας ἐγὼ μένω. Δείκνυσιν ὅτι οὔτε νῦν ἥσθη, οὔτε πρότερον ἐλυπεῖτο· εἰ δὲ καὶ ἐλυπεῖτο, οὐκ αὐτοῦ ἕνεκεν, ἀλλ᾽ αὐτῶν· αὐτὸς γὰρ ὁμοίως διέκειτο. Ἐν παντὶ, φησὶ, καὶ ἐν πᾶσι μεμύημαι. Τουτέστι, Πεῖραν ἔλαβον ἐν τῷ μακρῷ τούτῳ χρόνῳ πάντων, καὶ ταῦτά μοι πάντα κατώρθωται. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ μεγαληγορία τὸ πρᾶγμα ἦν, ὅρα πῶς ἐπιλαμβάνεται ταχέως, καί φησι· Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ, φησίν. Οὐκ ἐμὸν τὸ κατόρθωμα, ἀλλὰ τοῦ τὴν ἰσχὺν δεδωκότος ἐστίν. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ πάλιν οἱ εὖ ποιοῦντες, ὅταν ἴδωσιν οὐ διατιθέμενον εὖ τὸν λαμβάνοντα, ἀλλὰ καταφρονοῦντα τῶν διδομένων, ῥᾳθυμότεροι γίνονται· αὐτοὶ γὰρ ὡς χαριζόμενοι διέκειντο καὶ ἀναπαύοντες· ἵνα οὖν μὴ τοῦτο γένηται, μηδέ τις εἴπῃ, ὅτι Ἐπεὶ καταφρονεῖ τῆς ἀναπαύσεως Παῦλος, ἀνάγκη τούτους ῥᾳθυμοτέρους γενέσθαι· ὅρα πῶς πάλιν καὶ τοῦτο ἰᾶται. Διὰ μὲν γὰρ τῶν εἰρημένων τὸ φρόνημα αὐτῶν κατέσπασε· διὰ δὲ τῶν ἑξῆς τὴν προθυμίαν αὐτῶν ἀναζῇν ποιεῖ, λέγων· Πλὴν καλῶς ἐποιήσατε συγκοινωνήσαντές μου τῇ θλίψει. Ὁρᾷς καὶ πῶς ἀπέστησεν ἑαυτὸν, καὶ πῶς πάλιν ἥνωσε; Τοῦτο γνησίας φιλίας ἐστὶ καὶ πνευματικῆς. Μὴ γὰρ ἐπειδὴ, φησὶν, ἐν χρείᾳ οὐ καθέστηκα, νομίσητε μὴ δεῖσθαί με τοῦ πράγματος· δέομαι δι᾽ ὑμᾶς. Πῶς οὖν ἐκοινώνησαν αὐτῷ τῶν θλίψεων;
Μετάφραση
Αλλά εγώ παραμένω στην ίδια ευταξία. Δείχνει ότι ούτε τώρα χάρηκε, ούτε προηγουμένως λυπόταν· και αν πάλι λυπόταν, δεν λυπόταν για τον εαυτό του, αλλά για εκείνους· διότι ο ίδιος βρισκόταν στην ίδια κατάσταση. «Σε καθετί», λέει, «και στα πάντα έχω μυηθεί». Δηλαδή, απέκτησα πείρα των πάντων κατά τη διάρκεια αυτού του μακρού χρόνου, και τα έχω κατορθώσει όλα αυτά. Αλλά επειδή αυτό θα αποτελούσε μεγαληγορία, δες πώς γρήγορα το διορθώνει, λέγοντας: «Όλα τα μπορώ διά του Χριστού ο οποίος με ενδυναμώνει», λέει. Το κατόρθωμα δεν είναι δικό μου, αλλά Εκείνου που έδωσε τη δύναμη. Αλλά επειδή πάλι οι ευεργέτες, όταν βλέπουν αυτόν που λαμβάνει να μην έχει καλή διάθεση, αλλά να περιφρονεί αυτά που του δίνονται, γίνονται πιο ράθυμοι και απρόθυμοι· διότι αυτοί είχαν τη διάθεση ανθρώπων που προσφέρουν χάρη και ανακούφιση· για να μη συμβεί λοιπόν αυτό, και για να μην πει κανείς ότι, επειδή ο Παύλος περιφρονεί την ανακούφιση, κατ' ανάγκην αυτοί θα γίνουν πιο ράθυμοι, δες πώς θεραπεύει πάλι και αυτό. Διότι, με όσα προείπε ταπείνωσε το φρόνημά τους· με όσα όμως ακολουθούν, αναζωογονεί την προθυμία τους, λέγοντας: «Όμως, καλά πράξατε που γίνατε συγκοινωνοί στη θλίψη μου». Βλέπεις πώς και απομάκρυνε τον εαυτό του, και πώς πάλι τον ένωσε; Αυτό αποτελεί γνώρισμα της γνήσιας και πνευματικής φιλίας. Διότι, λέει, μη νομίσετε ότι, επειδή δεν περιήλθα σε ανάγκη, δεν χρειάζομαι την προσφορά σας· την έχω ανάγκη για χάρη σας. Πώς λοιπόν έγιναν κοινωνοί των θλίψεών του;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες