Κατ᾽ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος ἐγενόμην ἄνθρωπος, καὶ ὡς στρουθίον κόκκῳ δελεαζόμενος μετανάστης γένωμαι; Καὶ τίς οὐ γελάσει βλέπων λέοντα δειλιῶντα ὡς στρουθίον; 〈Δίκαιος ὡς λέων πέποιθε·〉 μὴ λέγετέ μοι· 〈Μεταναστεύου ἐπὶ τὰ ὄρη ὡς στρουθίον.〉 Λογισμοῖς γὰρ ἐπτέρωμαι, οὐ πτεροῖς ἰξεύομαι. Ἡ χείρ με τοῦ δημιουργοῦ ἀπὸ πηλοῦ ἔπλασε—καὶ ἔλαβεν ὁ θεὸς χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον—ἀλλ᾽ οὐχὶ φωνῇ ὡς στρουθίον ἢ πετεινὸν ἀπὸ ὑδάτων ἐλάξευσεν· 〈Ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετὰ καὶ πετεινὰ πτερωτά.〉 Ἐπεὶ οὖν χειρὶ ἐγενόμην ὡς ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ οὐχὶ φωνῇ ἐκλήθην ὡς στρουθός, 〈πῶς ἐρεῖτε τῇ ψυχῇ μου· Μεταναστεύου ἐπὶ τὰ ὄρη ὡς στρουθίον;〉 Εἶπον ὅτι 〈δίκαιος ὡς λέων πέποιθεν.〉 Εἶπον· 〈Οἱ πεποιθότες ἐπὶ κύριον ὡς ὄρος Σιών.〉 Εἰ οὖν ἐμοὶ λέγετε· 〈Μεταναστεύου ἐπὶ τὰ ὄρη ὡς στρουθίον,〉 εἴπατε καὶ τῷ λέοντι ἵνα δειλιάσῃ καὶ φύγῃ ὡς λαγωός· εἴπατε καὶ τῷ ὄρει ἵνα ὡς μυῖα σοβουμένη πετασθῇ. Εἰ δὲ ταῦτα ἄτοπα, πολλῷ μᾶλλον τὸ φυγαδεύειν ἀτοπώτερον στρουθίου τρόπον τὸν πεποιθότα ἐπὶ τῷ θεῷ. 〈Ἐπὶ τῷ κυρίῳ πέποιθα· πῶς ἐρεῖτε τῇ ψυχῇ μου· Μεταναστεύου ἐπὶ τὰ ὄρη ὡς στρουθίον;〉 Εἴπατε γάρ, ὦ οὗτοι, ἆρα τὰ ὄρη τοὺς προσφεύγοντας σώζουσι;
Μετάφραση
Πλάστηκα άνθρωπος κατ' εικόνα του Δημιουργού, και θα γίνω φυγάς σαν το σπουργίτι που δελεάζεται με τον σπόρο; Και ποιος δεν θα γελάσει βλέποντας ένα λιοντάρι να δειλιάζει σαν σπουργίτι; «Ο δίκαιος έχει πεποίθηση σαν το λιοντάρι»· μη μου λέτε: «Να μεταναστεύεις στα όρη σαν το σπουργίτι». Διότι έχω φτερωθεί με λογισμούς, δεν παγιδεύομαι με τα φτερά. Το χέρι του Δημιουργού με έπλασε από πηλό —και πήρε ο Θεός χώμα από τη γη και έπλασε τον άνθρωπο— αλλά δεν με δημιούργησε από τα ύδατα με έναν λόγο όπως το σπουργίτι ή το πτηνό· «Ας βγάλουν τα ύδατα ερπετά και πετεινά φτερωτά». Επειδή λοιπόν δημιουργήθηκα με το χέρι του Θεού ως άνθρωπος, και δεν κλήθηκα στην ύπαρξη με τον λόγο Του όπως το σπουργίτι, «πώς θα πείτε στην ψυχή μου: Να μεταναστεύεις στα όρη σαν το σπουργίτι;» Είπα ότι «ο δίκαιος έχει πεποίθηση σαν το λιοντάρι». Είπα: «Αυτοί που ελπίζουν στον Κύριο είναι σαν το όρος Σιών». Εάν λοιπόν λέτε σε εμένα: «Να μεταναστεύεις στα όρη σαν το σπουργίτι», πείτε και στο λιοντάρι να δειλιάσει και να φύγει σαν τον λαγό· πείτε και στο βουνό να πετάξει μακριά σαν μύγα που την διώχνουν. Εάν όμως αυτά είναι άτοπα, πολύ περισσότερο άτοπο είναι να τρέπεται σε φυγή, σαν το σπουργίτι, εκείνος που έχει εναποθέσει την ελπίδα του στον Θεό. «Στον Κύριο έχω ελπίσει· πώς θα πείτε στην ψυχή μου: Να μεταναστεύεις στα όρη σαν το σπουργίτι;» Πείτε μου λοιπόν, εσείς, άραγε τα όρη σώζουν αυτούς που καταφεύγουν σε αυτά;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες