Οὔτε οὖν ὁ ἐν φόβῳ τὰς ἐντολὰς κατορθῶν, καὶ ἀεὶ τὸ τῆς ῥᾳθυμίας ἐπιτίμιον ὑφορώμενος, τὰ μὲν ποιήσει τῶν προστεταγμένων αὐτῷ, τὰ δὲ παρόψεται· ἀλλὰ τὴν ἐπὶ πάσῃ παρακοῇ ἐκδίκησιν ὁμοίως ἑαυτῷ φοβερὰν ὑπολήψεται. Καὶ διὰ τοῦτο μακαρίζεται μὲν ὁ πάντα καταπτήσσων δι᾽ εὐλάβειαν· στήκει δὲ ἑδραῖος ἐν τῇ ἀληθείᾳ, δυνάμενος εἰπεῖν· Προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διαπαντὸς, ὅτι ἐκ δεξιῶν μού ἐστιν, ἵνα μὴ σαλευθῶ· ὡς οὐδὲν αἱρούμενος παριδεῖν τῶν δεόντων· καὶ, Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον. Διὰ τί; Ὅτι Ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ θελήσει σφόδρα. Οὐ τοίνυν ἐστὶ τῶν φοβουμένων τὸ παριέναι τι τῶν ἐντεταλμένων, ἢ ἀμελῶς ποιεῖν· ἀλλ᾽ οὐδὲ ὁ μισθωτὸς παραβῆναί τι τῶν διατεταγμένων αἱρήσεται. Πῶς γὰρ κομίσεται τὸν μισθὸν τῆς ἐργασίας τοῦ ἀμπελῶνος, μὴ πάντα πληρώσας τὰ συμπεφωνημένα; Καὶ γὰρ ἐὰν ἕν τι ἐλλείπῃ τῶν ἀναγκαίων, ἄχρηστον αὐτὸν τῷ κεκτημένῳ κατέστησε. Τίς οὖν ἔτι τῆς βλάβης μισθὸν ὑποτελέσει τῷ ἀδικήσαντι; Τρίτον ἦν ἡ κατὰ ἀγάπην ὑπηρεσία. Τίς οὖν υἱὸς, σκοπὸν ἔχων τὴν τοῦ πατρὸς εὐαρέστησιν, ἐπὶ τοῖς μείζοσιν αὐτὸν εὐφραίνων, τῶν μικροτάτων ἕνεκεν λυπεῖν αἱρήσεται; Πολὺ δὲ πλέον, καὶ τοῦ Ἀποστόλου μεμνημένος, εἰπόντος· Καὶ μὴ λυπεῖτε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῦ Θεοῦ, ἐν ᾧ ἐσφραγίσθητε.
Μετάφραση
Επομένως, ούτε εκείνος που τηρεί τις εντολές από φόβο, και αναμένει πάντοτε την τιμωρία για την αμέλεια, θα εκτελέσει μεν κάποια από όσα του έχουν προσταχθεί, ενώ θα παραβλέψει κάποια άλλα· αντίθετα, θα θεωρήσει εξίσου φοβερή για τον εαυτό του την τιμωρία για κάθε παρακοή. Και για τον λόγο αυτόν μακαρίζεται μεν εκείνος που αισθάνεται φόβο για τα πάντα από ευλάβεια· στέκεται δε σταθερός στην αλήθεια, έχοντας τη δυνατότητα να πει: «Έβλεπα τον Κύριο ενώπιόν μου διαπαντός, διότι βρίσκεται στα δεξιά μου, για να μην κλονιστώ»· διότι δεν επιλέγει να παραβλέψει τίποτε από όσα οφείλει· καθώς και το: «Μακάριος ο άνθρωπος που φοβάται τον Κύριο». Γιατί; Διότι «τις εντολές Του θα τις επιθυμήσει πάρα πολύ». Δεν είναι, λοιπόν, γνώρισμα εκείνων που φοβούνται τον Θεό να παραλείπουν κάτι από τα προστάγματα ή να το πράττουν με αμέλεια· αλλά ούτε και ο μισθωτός θα επιλέξει να παραβεί κάτι από τα διατεταγμένα. Διότι, πώς θα λάβει τον μισθό της εργασίας του αμπελώνα, αν δεν εκπληρώσει όλα τα συμφωνηθέντα; Επειδή, εάν παραλείψει έστω και ένα από τα αναγκαία, κατέστησε τον εαυτό του άχρηστο στον ιδιοκτήτη. Ποιος, λοιπόν, θα πληρώσει έπειτα μισθό σε αυτόν που τον αδίκησε, για τη ζημιά που του προκάλεσε; Το τρίτο είδος ήταν η υπηρεσία από αγάπη. Ποιος γιος, λοιπόν, που έχει ως σκοπό να ευαρεστήσει τον πατέρα του, και του δίνει χαρά στα μεγάλα, θα επέλεγε να τον λυπήσει για τα ελάχιστα; Πολύ δε περισσότερο, εάν ενθυμείται και τον Απόστολο, ο οποίος λέει: «Και μη λυπείτε το Άγιο Πνεύμα του Θεού, με το οποίο σφραγιστήκατε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες