Ἰωάννης γυμνὸς ἀναχωρεῖ. Πέτρος ἀρνεῖται. Οἱ μαθηταὶ φεύγουσι. Τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τὴν ψυχὴν ἡ ῥομφαία τῆς ἀμφιβολίας διέρχεται. Ἐπεὶ οὖν ἐν τῷ πάθει οὐδεὶς ἔδειξε τὸν τῆς ἀγάπης καρπόν, 〈οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός,〉 οὐδὲ τοῦ ἑνὸς ἐκείνου τοῦ στρατιώτου τοῦ καὶ μετὰ θάνατον τῇ λόγχῃ αὐτοῦ νύξαντος τὴν πλευράν. Καὶ διὰ τί, ὦ προφῆτα; Πρὸ τῆς ἐν σαρκὶ παρουσίας αὐτοῦ καὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως οὐκ ἐπεσκέψατο ὡς ἰατρὸς νοσοῦντα τὸν κόσμον; Ναί, ἐπεσκέψατο· ἐπεζήτησε βοηθῆσαι καὶ σῶσαι ἠθέλησεν, ἀλλ᾽ οὐδεὶς ἰατρευθῆναι καὶ σωθῆναι ἠθέλησε. 〈Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψε τοῦ ἰδεῖν εἰ ἔστι συνίων ἢ ἐκζητῶν τὸν θεόν,〉 ἀλλὰ 〈πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν.〉 Καὶ ἐπληροῦτο τὸ 〈Δικαιοσύνη ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν,〉 ἐκ τοῦ πατρὸς ὁ Χριστός· 〈Ἀλήθεια ἐκ τῆς γῆς ἀνέτειλεν,〉 ἐκ τῆς παρθένου ὁ κύριος. Ἀκούων δὲ ὅτι 〈κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψε,〉 μὴ τῆς ἀσωμάτου καὶ θείας φύσεως σκύλσιν ἢ καμπυλότητα ἢ γονυκλισίαν ἢ αὐχένος ἐπίνευσιν νόμιζε, ἀλλὰ τὴν συγκατάβασιν αὐτοῦ καὶ τὴν φιλανθρωπίαν καὶ τὴν ἐποπτείαν μάνθανε. Ὥσπερ γὰρ κεφαλὴν καὶ ὀφθαλμοὺς καὶ ὦτα καὶ στόμα καὶ χεῖρας καὶ πόδας ἔχειν λέγεται, καὶ καθέζεσθαι καὶ ἀνίστασθαι, καὶ οὐ πάντως ἐκ μελῶν καὶ μερῶν καὶ σχημάτων σύγκειται, οὕτω καὶ διακύπτει, οὐκ αὐτὸς καμπτόμενος, ἀλλ᾽ ἡμᾶς φιλανθρωπευόμενος.
Μετάφραση
Ο Ιωάννης φεύγει γυμνός. Ο Πέτρος αρνείται. Οι μαθητές φεύγουν. Την ψυχή της μητέρας του, της Μαρίας, την διαπερνά η ρομφαία της αμφιβολίας. Επειδή λοιπόν κατά το πάθος κανείς δεν έδειξε τον καρπό της αγάπης, «δεν υπάρχει αυτός που πράττει την αγαθότητα, δεν υπάρχει ούτε ένας», ούτε καν εκείνος ο ένας στρατιώτης, ο οποίος ακόμη και μετά τον θάνατο κέντησε την πλευρά του με τη λόγχη. Και γιατί, ω προφήτη; Πριν από την ένσαρκη παρουσία του και την ενανθρώπηση δεν επισκέφθηκε ως ιατρός τον ασθενούντα κόσμο; Ναι, τον επισκέφθηκε· επιζήτησε να βοηθήσει και θέλησε να σώσει, αλλά κανείς δεν θέλησε να ιατρευθεί και να σωθεί. «Ο Κύριος έσκυψε από τον ουρανό για να δει αν υπάρχει κάποιος που να συνιεί ή να εκζητεί τον Θεό», αλλά «όλοι παρεξέκλιναν, όλοι μαζί εξαχρειώθηκαν». Και εκπληρωνόταν το «Η δικαιοσύνη έσκυψε από τον ουρανό», δηλαδή από τον Πατέρα ο Χριστός· «Η αλήθεια ανέτειλε από τη γη», δηλαδή από την Παρθένο ο Κύριος. Ακούγοντας όμως ότι «ο Κύριος έσκυψε από τον ουρανό», μην νομίσεις ότι η ασώματη και θεία φύση σκύβει ή κάμπτεται ή γονατίζει ή κλίνει τον αυχένα, αλλά να κατανοείς τη συγκατάβασή του και τη φιλανθρωπία και την εποπτεία του. Διότι, όπως λέγεται ότι έχει κεφαλή και οφθαλμούς και αυτιά και στόμα και χέρια και πόδια, και ότι κάθεται και ανίσταται, ενώ βεβαίως δεν συγκροτείται από μέλη και μέρη και σχήματα, έτσι και σκύβει, όχι επειδή κάμπτεται ο ίδιος, αλλά επειδή δείχνει φιλανθρωπία προς εμάς.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες