«Τί φατε ἡμῖν, ὦ οὗτοι προφασιζόμενοι προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις, καὶ πλῆθος ἡμῖν λαβυρίνθων λεξιδίων καὶ κλεψυδρίων καὶ ἀποσπαράγματα χρησιδίων προφέρετε λέγοντες, ὅτι Μετὰ τὴν ἄῤῥητον ἕνωσιν ἐθεώθη ἡ σὰρξ καὶ οὐκέτι λέγεται φύσις· τοιαύτη γὰρ γέγονεν οἷος καὶ ὁ θεώσας αὐτὴν θεὸς λόγος. Καὶ λοιπὸν οὐκέτι ἐστὶν ἐν τοῖς ἰδίοις ἰδιώμασιν, ἀλλὰ τῇ τοῦ κρείττονος ἐκνικήσει μία φύσις τὸ πᾶν τοῦ Χριστοῦ γέγονε· συνανεκράθη γὰρ τὸ σῶμα τῷ πελάγει τῆς θεότητος, διὸ καὶ τοῦτο τῇ θεώσει θεὸς γέγονεν; Τί ἡμῖν τούτους καὶ τοὺς τοιούτους ἄνω καὶ κάτω περισύρετε λόγους, καλῶς μὲν τοῖς ἁγίοις πατράσιν εἰρημένους, κακῶς δὲ ὑφ’ ὑμῶν νοουμένους; Ἐμβλέψατε δὴ εἰς τὸν προκείμενον τοῦ σταυροῦ τύπον, καὶ εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἐν αὐτῷ τρισώνυμον ἐπιγραφήν, καὶ εἴπατε ἡμῖν, μὴ γέγονεν ὁ θεὸς λόγος ὁμοούσιος τῇ σαρκὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν; Μὴ ἀπέστη ἡ νοερὰ ψυχὴ τοῦ εἶναι ψυχή; Μὴ γέγονε τὸ σῶμα ὁμοούσιον τῷ λόγῳ; Μὴ ἐστερήθη ἓν τῶν τριῶν τούτων τῆς οἰκείας ἰδιότητος; Μὴ γέγονε τὸ σῶμα Χριστοῦ ἀπερίγραπτον; Μὴ γέγονε θνητὴ ἡ νοερὰ αὐτοῦ ψυχή; Μὴ γέγονε παθητὸς καὶ ῥευστὸς ὁ θεὸς λόγος; Οὐδαμῶς. Οὐκοῦν, εἰ καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἄτρεπτα καὶ ἀσύγχυτα πάντα τὰ ἐν τῷ Χριστῷ μεμενήκασι, πῶς τὰ δύο ἀθάνατα καὶ τὸ θνητὸν αὐτοῦ σῶμα μία φύσις λέγεσθαι δύνανται;»
Μετάφραση
«Τι είναι αυτά που μας λέτε, εσείς που προβάλλετε προφάσεις μέσα στις αμαρτίες και μας φέρνετε ένα πλήθος από λαβυρίνθους λογακίων, κλεψύδρες και ξεσκισμένα αποσπάσματα ρητών, λέγοντας ότι: “Μετά την άρρητη ένωση η σάρκα θεώθηκε και δεν λέγεται πλέον φύση· διότι έγινε τέτοια, όποιος ακριβώς είναι και ο Θεός Λόγος που τη θέωσε. Και από εδώ και πέρα δεν βρίσκεται πλέον στα ιδιαίτερα ιδιώματά της, αλλά, επειδή το ανώτερο υπερίσχυσε, όλο το Χριστού έγινε μία φύση· διότι το σώμα αναμείχθηκε με το πέλαγος της θεότητας, και γι’ αυτό και αυτό, με τη θέωση, έγινε θεός”; Γιατί μας αναμασάτε πάνω κάτω τέτοιους και παρόμοιους λόγους, οι οποίοι ειπώθηκαν καλά από τους αγίους Πατέρες, αλλά νοούνται κακώς από εσάς; Κοιτάξτε λοιπόν τον παρακείμενο τύπο του σταυρού και την τριώνυμη επιγραφή του Χριστού επάνω σ’ αυτόν, και πείτε μας: μήπως ο Θεός Λόγος έγινε ομοούσιος με τη σάρκα μετά την ένωση; Μήπως η νοερή ψυχή έπαψε να είναι ψυχή; Μήπως το σώμα έγινε ομοούσιο με τον Λόγο; Μήπως ένα από αυτά τα τρία στερήθηκε την ιδιαίτερη ιδιότητά του; Μήπως το σώμα του Χριστού έγινε απερίγραπτο; Μήπως η νοερή Του ψυχή έγινε θνητή; Μήπως ο Θεός Λόγος έγινε παθητός και ρευστός; Καθόλου. Επομένως, εάν και μετά την ένωση όλα όσα υπάρχουν στον Χριστό έχουν παραμείνει άτρεπτα και ασύγχυτα, πώς μπορούν τα δύο αθάνατα και το θνητό Του σώμα να λέγονται μία φύση;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- ιβʹ Περὶ τοῦ σωτηρίου πάθους τοῦ Χριστοῦ, καὶ περὶ τοῦ ἅγιος, ἀθάνατος ὁ σταυρωθείς