Τὸν μάρτυρα μὲν οὖν εἶχε τὸ δεσμωτήριον χαίροντα μὲν καὶ συγχαίροντα ἑαυτῷ τοῦ διὰ Χριστὸν παθεῖν καὶ ὅσον οὔπω τεθνήξεσθαι, χάριτας δὲ πολλὰς εἰδότα θεῷ τῆς καλῆς ταύτης ἕνεκα ψήφου καὶ διὰ πάντων ἐκείνῳ κεχαρισμένης· τοῖς δὲ φονῶσιν ἐκείνοις, ἵνα μηδεὶς ἔτι τῶν ἁπάντων εἰς τοῦτο τόλμης ἀφίκοιτο, μηδ’ ἐξῇ μηδενὶ εἰς τὴν ἐκείνων ὑβρίζειν θρῃσκείαν, εἰκός γε ἐδόκει καὶ μάλα συμβαῖνον τοῖς πράγμασιν ἑαυτῶν πρῶτον ἁπάντων, τῶν κατὰ τὴν πόλιν ἀπὸ κοινοῦ γενομένων, τὸν ἄνδρα τὸν θάνατον ὑποσχεῖν, καὶ θεωμένων καὶ ἀκουόντων ἅ τε ἔδρασε καὶ ἣν τῆς τόλμης δίδωσι δίκην. Ἐπεὶ δὲ ἐκήρυττον μὲν ἐκεῖνοι, πάντες δὲ ἤδη παρῆσαν, καὶ ὅσοι τῶν ἡμετέρων καὶ ὅσοι τῶν ἔξωθεν, καὶ πλῆρες μὲν τὸ θεάτρον ἦν, “τετρήχει δ’ ἀγορή, ὑπὸ δὲ στοναχίζετο γαῖα”, εὐπρεπῆ δὲ ἤδη καὶ ξίφη καὶ χεῖρες δημίων ἦσαν, ἐπεὶ ταῦτα ἦν, ἐξήγετο τοῦ δεσμωτηρίου ὁ μάρτυς, ἡ τῆς Ἐκκλησίας ὑπόθεσις, ὥσπερ νυμφίος ἐκπορευόμενος ἐκ παστοῦ αὑτοῦ, εἶπεν ἂν ὁ θεῖος Δαυίδ, μετὰ φωνῆς ἀγαλλιάσεως ᾄδων· “Σοὶ πρέπει ὕμνος, ὁ θεός, ἐν Σιών, καὶ σοὶ ἀποδοθήσεται εὐχὴ ἐν Ἱερουσαλήμ”· μηδὲν φόβου σύμβολον ὑποφαίνων, ὥσπερ εἰς ἑορτὴν οὐχὶ πρὸς θάνατον ἥκων· ὅλος γὰρ ἐγεγόνει τῶν οὐρανίων καὶ Χριστὸν μόνον ἑώρα, Χριστῷ συνέχαιρε, ἐκείνου μόνου καὶ τῶν ἐκείνου καὶ πρὸ τῆς ἐκδημίας καταπολαύων.
Μετάφραση
Η φυλακή, λοιπόν, κρατούσε τον μάρτυρα, ο οποίος χαιρόταν και καυχιόταν μέσα του επειδή έπασχε για τον Χριστό και επειδή σύντομα θα πέθαινε, οφείλοντας πολλές ευχαριστίες στον Θεό για αυτή την καλή απόφαση η οποία του ήταν απολύτως ευχάριστη. Σε εκείνους τους φονιάδες, όμως, προκειμένου να μην φτάσει πλέον κανείς άλλος σε τέτοιο σημείο τόλμης, ούτε να επιτρέπεται σε κανέναν να προσβάλλει τη θρησκεία τους, φάνηκε λογικό και πολύ ταιριαστό στα συμφέροντά τους να υποστεί ο άνδρας τον θάνατο παρουσία όλων όσοι βρίσκονταν στην πόλη, οι οποίοι θα συγκεντρώνονταν μαζί, ώστε να βλέπουν και να ακούνε και αυτά που έπραξε και την τιμωρία που υφίσταται για την τόλμη του. Όταν, λοιπόν, εκείνοι έβγαλαν την ανακοίνωση, και όλοι ήταν ήδη παρόντες, τόσο οι δικοί μας όσο και οι απέξω, και το θέατρο ήταν πλέον γεμάτο, «η αγορά βούιζε και η γη από κάτω στέναζε», και τα ξίφη και τα χέρια των δημίων ήταν ήδη έτοιμα, τότε βγήκε από τη φυλακή ο μάρτυς, το σέμνωμα της Εκκλησίας, σαν νυμφίος που βγαίνει από τον νυμφώνα του, όπως θα έλεγε ο θείος Δαβίδ, ψάλλοντας με φωνή αγαλλιάσεως: «Σε Σένα πρέπει ύμνος, Θεέ, στη Σιών, και σε Σένα θα αποδοθεί η ευχή στην Ιερουσαλήμ». Δεν φανέρωνε κανένα σημάδι φόβου, σαν να προσερχόταν σε γιορτή και όχι σε θάνατο· διότι είχε παραδοθεί ολόκληρος στα ουράνια και έβλεπε μόνο τον Χριστό, χαιρόταν μαζί με τον Χριστό, απολαμβάνοντας αποκλειστικά Εκείνον και τα δικά Του αγαθά ακόμη και πριν από την εκδημία του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες