ϛʹ. Τί οὖν δύναται κούφην τὴν ψυχὴν ποιεῖν; Βίος θαυμαστὸς, τὸ πρὸς μηδὲν τῶν ἐνταῦθα κεχηνέναι, μηδὲ τοῖς ποσὶν αὐτοῦ προσδεσμεῖν τὰ κάτω φερόμενά τε καὶ φέροντα. Τῶν γὰρ σωμάτων τὰ μὲν κάτω φέρεσθαι εἴωθεν, οἷον λίθοι, καὶ ξύλα, καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα· τὰ δὲ ἄνω, οἷον πῦρ, καὶ πνεῦμα, καὶ πτερῶν φύσις κούφων. Ἂν οὖν τι τῶν κάτω φερόντων τῷ κούφῳ προσδήσῃς, οὐδὲν τῶν πτερῶν ὄφελος, οὐδὲ τοῦ πνεύματος, τοῦ βάρους ὑπερβαίνοντος τὴν συμμετρίαν, καὶ νικῶντος καὶ περιγινομένου. Οὕτω καὶ πόδας ἂν ἔχῃ τις βεβαρημένους, ἢ χυμοῦ πονηροῦ ἐπεισρέοντος, ἢ ἑτέρου τινὸς νοσήματος, οὐδὲν ὄφελος αὐτῷ τοῦ λοιποῦ σώματος ὄντος κούφου. Εἰ δὲ ἐπὶ σωμάτων τοῦτο, πολλῷ μᾶλλον ἐπὶ καρδίας. Μὴ τοίνυν ποιῶμεν αὐτὴν βαρεῖαν, ἵνα μὴ κατὰ τὰ πλοῖα τὰ πολλὴν ἔχοντα τὴν ψάμμον καταποντίζηται. Ἐν ἡμῖν γὰρ τοῦτο. Οὐ γὰρ τῇ φύσει τοιαύτη ἐστὶν, ἀλλὰ τῇ φύσει γέγονε κούφη καὶ ἀνωφερὴς, ἡμεῖς δὲ αὐτὴν παρὰ φύσιν βαρεῖαν ποιοῦμεν· διὸ καὶ ὁ Προφήτης ἐγκαλεῖ· εἰ δὲ φυσικὸν ἦν, οὐκ ἂν ἐνεκάλεσεν. Ὥσπερ οὖν κατὰ φύσιν ἡμῖν τὸ βαδίζειν, ἂν δὲ βαρῶμεν τὰ γόνατα, παρὰ φύσιν γίνεται τὸ πρᾶγμα, πεπεδημένων ἡμῶν· οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν ποδῶν τῆς διανοίας, λέγω δὴ τῶν λογισμῶν, συμβαίνειν εἴωθεν. Ἵνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα, καὶ ζητεῖτε ψεῦδος; Ἐνταῦθα καὶ τὰ εἰδωλικά μοι δοκεῖ λέγειν, καὶ τὸν ἐν πονηρίᾳ βίον.
Μετάφραση
ΣΤ΄. Τι, λοιπόν, μπορεί να κάνει την ψυχή ελαφριά; Ο ενάρετος βίος, το να μην προσκολλάται με απληστία σε τίποτα από τα επίγεια, και το να μην προσδένει στα πόδια της όσα φέρονται προς τα κάτω και την παρασύρουν προς τα κάτω. Διότι από τα υλικά σώματα, άλλα συνηθίζουν να φέρονται προς τα κάτω, όπως οι λίθοι, τα ξύλα και όλα τα παρόμοια· άλλα όμως φέρονται προς τα πάνω, όπως η φωτιά, ο αέρας και η φύση των ελαφρών φτερών. Αν, λοιπόν, προσδέσεις κάτι από αυτά που φέρονται προς τα κάτω σε κάτι ελαφρύ, δεν υπάρχει κανένα όφελος ούτε από τα φτερά ούτε από τον αέρα, αφού το βάρος ξεπερνά την αναλογία, νικά και επικρατεί. Έτσι, αν κάποιος έχει πόδια βεβαρημένα, είτε επειδή εισρέει κάποιος κακός χυμός είτε από κάποια άλλη ασθένεια, δεν έχει κανένα όφελος από το γεγονός ότι το υπόλοιπο σώμα του είναι ελαφρύ. Και αν αυτό συμβαίνει στα σώματα, πολύ περισσότερο ισχύει για την καρδιά. Ας μην την κάνουμε, λοιπόν, βαριά, για να μην καταποντιστεί όπως τα πλοία που είναι φορτωμένα με πολλή άμμο. Διότι αυτό εξαρτάται από εμάς. Καθώς εκ φύσεως δεν είναι τέτοια, αλλά πλάστηκε από τη φύση της ελαφριά και με ανοδική τάση, εμείς όμως την κάνουμε βαριά παρά φύση· γι' αυτό και ο Προφήτης επιπλήττει· αν όμως αυτό ήταν φυσικό, δεν θα επέπληττε. Όπως ακριβώς, λοιπόν, το να βαδίζουμε είναι σύμφωνο με τη φύση μας, αλλά αν βαρύνουμε τα γόνατά μας, το πράγμα γίνεται παρά φύση, επειδή είμαστε δεσμευμένοι, έτσι συνηθίζει να συμβαίνει και με τα πόδια της διάνοιας, εννοώ δηλαδή τους λογισμούς. «Γιατί αγαπάτε τη ματαιότητα και αναζητάτε το ψεύδος;» Εδώ νομίζω πως εννοεί και τα ειδωλολατρικά πράγματα, και τον βίο που διάγεται μέσα στην πονηριά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες