Ὃν προορῶσα ἔλεγε· «Μύρον ἐκκενωθὲν ὄνομά σοι· διὰ τοῦτο νεάνιδες ἠγάπησάν σε,» ἡ ἑστηκυῖα ἐκ δεξιῶν τοῦ βασιλέως, ἐνδεδυμένη κροσσωτὰ, διαχρύσοις πεποικιλμένη, ἡ μηδὲν σκοτεινὸν ἔχουσα, «ποτὲ δὲ μεμελανωμένη, νυνὶ δὲ καλὴ καὶ λελευκανθισμένη,» ἵνα ἐν σοὶ γενόμενοι λωφήσωμεν τῶν προδιελθόντων ἡμᾶς στυγερῶν τῶν αἱρέσεων πραγμάτων. ÷ Καὶ μετὰ βραχέα πάλιν φησίν· ÷ Ἀλλ’ ἄρξομαι περὶ ταύτης τῆς ἁγίας πόλεως τοῦ Θεοῦ τὰ θαυμαστὰ διηγεῖσθαι· ἃ γὰρ δεδοξασμένα ἐλαλήθη περὶ αὐτῆς, ὡς φησὶν ὁ προφήτης· «Δεδοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ, ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ·» ἀνθρώποις μὲν πᾶσιν ἀνέφικτα, ἀπίστοις δὲ ἀλλότρια, πιστοῖς δὲ ἀνθρώποις καὶ ἀληθινοῖς ἐν μέρει κτητά· ἐν ὑποσχέσει δὲ τελειώσεως ὡς παρὰ τοῦ αὐτῶν δεσπότου παρασχεθησόμενα, ἐν τῇ τῶν οὐρανῶν βασιλείᾳ, ὅπου αὕτη ἡ ἁγία παρθένος καὶ κληρονόμος σὺν τῷ ἰδίῳ νυμφίῳ ἐν οὐρανῷ ἔσχε τὸν κλῆρον καὶ τὴν κληρονομίαν.
Μετάφραση
Βλέποντάς τον από πριν, έλεγε: «Το όνομά σου είναι μύρο που ξεχύνεται· γι' αυτό σε αγάπησαν οι νεάνιδες», αυτή που στάθηκε στα δεξιά του βασιλιά, ντυμένη με κροσσωτά ενδύματα, στολισμένη με χρυσάφι, αυτή που δεν έχει πάνω της τίποτα το σκοτεινό, «κάποτε μαυρισμένη, τώρα όμως ωραία και λευκασμένη», ώστε, όταν βρεθούμε μέσα σε σένα, να ανακουφιστούμε από τα στυγερά πράγματα των αιρέσεων που περάσαμε προηγουμένως. Και μετά από λίγο λέει πάλι: Αλλά θα αρχίσω να διηγούμαι τα θαυμαστά για αυτήν την αγία πόλη του Θεού. Διότι όσα ένδοξα ειπώθηκαν για αυτήν, όπως λέει ο προφήτης: «Ένδοξα πράγματα ειπώθηκαν για σένα, πόλη του Θεού», είναι για όλους μεν τους ανθρώπους ανέφικτα, για τους απίστους ξένα, ενώ για τους πιστούς και αληθινούς ανθρώπους εν μέρει αποκτήσιμα· με την υπόσχεση δε της τελείωσης ότι θα παρασχεθούν από τον Δεσπότη τους, στη βασιλεία των ουρανών, όπου αυτή η αγία παρθένος και κληρονόμος, μαζί με τον δικό της νυμφίο, έλαβε στον ουρανό τον κλήρο και την κληρονομιά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες