Ὁπηνίκα καὶ «τοὺς ὁσίους αὐτοῦ συναγάγετε, τοὺς διατιθεμένους τὴν» καινὴν «διαθήκην αὐτοῦ ἐπὶ θυσίαις» καὶ τελεταῖς ἱεραῖς, τότε καὶ οἱ λογικοὶ «οὐρανοί», ἀπόστολοι, «ἀναγγελοῦσι τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ», ὅτι οὗτος ὁ σαρκωθεὶς «Θεὸς καὶ κριτής ἐστιν», ὃς καὶ οὐκ ἀπαξιώσει φάναι τοῖς πρὸς αὐτὸν πεποιθόσι· «Ἄκουσον, λαός μου, καὶ λαλήσω σοι», ὁ νέος «Ἰσραήλ, καὶ διαμαρτύρομαί σοι· ὁ Θεὸς ὁ Θεός σου εἰμὶ ἐγώ», ὁ καὶ ἄνθρωπος διὰ σέ. «Οὐκ ἐπὶ ταῖς θυσίαις σου ἐλέγξω σε», οὔτε τὸν νέον οὔτε τὸν παλαιὸν Ἰσραήλ, «ὅτι τὰ ὁλοκαυτώματά σου ἐνώπιόν μου ἐστὶ διὰ παντός», ἃ οὐκ εὐδοκῶ. Ἀλλ’ ἀρετὴν εὐδοκῶν, «οὐ δέξομαι ἐκ τοῦ οἴκου σου μόσχους, οὐδὲ ἐκ τῶν ποιμνίων σου χιμάρους, ὅτι ἐμά ἐστι πάντα τὰ θηρία, τὰ κτήνη καὶ οἱ βόες· τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὡραιότης ἀγροῦ μετ’ ἐμοῦ ἐστιν. Καὶ ἐὰν πεινάσω, οὐ μή σου εἴπω· ἐμὴ γάρ ἐστιν ἡ οἰκουμένη καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς». Κἂν καὶ οἰκονομικῶς τὰς θυσίας κατεδεξάμην πρὸς ἑαυτόν, ὑμᾶς ἐπισπᾶσθαι εὐδοκήσας καὶ μὴ τὰ ἐμὰ θυσιάζειν εἰδώλοις καὶ προσάγειν τὸ σέβας. Τανῦν δὲ ταῦτα γνωρίσας ὑμῖν λέγω ὑμῖν· «Μὴ φάγομαι κρέα ταύρων καὶ αἷμα τράγων πίομαι;» Οὐδαμῶς. Ἀλλὰ «θύσας μοι θυσίαν αἰνέσεως, ἀπόδος μοι τὰς ὀφειλομένας εὐχάς σου καὶ ἐπικάλεσαί με ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου καὶ ἐξελοῦμαί σε καὶ δοξάσεις με».
Μετάφραση
Όταν δε «συγκεντρώσετε τους οσίους του, αυτούς που συνάπτουν τη» νέα «διαθήκη του με θυσίες» και ιερές τελετές, τότε και οι λογικοί «ουρανοί», οι απόστολοι, «θα αναγγείλουν τη δικαιοσύνη του», ότι αυτός που σαρκώθηκε «είναι Θεός και κριτής», ο οποίος δεν θα απαξιώσει να πει σε όσους έχουν πεποίθηση σε αυτόν: «Άκουσε, λαέ μου, και θα σου μιλήσω», ο νέος «Ισραήλ, και θα σου δώσω μαρτυρία· εγώ είμαι ο Θεός, ο Θεός σου», ο οποίος έγινα και άνθρωπος για σένα. «Δεν θα σε ελέγξω για τις θυσίες σου», ούτε τον νέο ούτε τον παλαιό Ισραήλ, «διότι τα ολοκαυτώματά σου είναι πάντοτε ενώπιόν μου», τα οποία όμως δεν ευαρεστούμαι. Αλλά επειδή ευαρεστούμαι την αρετή, «δεν θα δεχθώ από τον οίκο σου μοσχάρια, ούτε από τα ποίμνιά σου τράγους, διότι δικά μου είναι όλα τα θηρία, τα κτήνη και τα βόδια· τα πτηνά του ουρανού και η ωραιότητα του αγρού είναι μαζί μου. Και αν πεινάσω, δεν θα το πω σε σένα· διότι δική μου είναι η οικουμένη και το πλήρωμά της». Ακόμη και αν δέχτηκα κατ' οικονομίαν τις θυσίες προς εμένα, το έκανα επειδή ευδόκησα να σας ελκύσω κοντά μου και να μην θυσιάζετε τα δικά μου στα είδωλα ούτε να τους προσφέρετε το σέβας. Τώρα πλέον, αφού σας έκανα γνωστά αυτά, σας λέω: «Μήπως θα φάω κρέατα ταύρων και θα πιω αίμα τράγων;» Ουδαμώς. Αλλά «αφού μου προσφέρεις θυσία αινέσεως, απόδωσέ μου τις οφειλόμενες ευχές σου και επικαλέσου με στην ημέρα της θλίψης σου και θα σε ελευθερώσω και θα με δοξάσεις».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες