Ἀρξώμεθα τοίνυν, παρακαλῶ, ὁ μὲν ἀπὸ τοῦ τὰς εὐχὰς ἐπιτεῖναι, ὁ δὲ ἀπὸ τοῦ δακρύειν συνεχῶς, ὁ δὲ ἀπὸ τοῦ κατηφεῖν· οὐδὲ γὰρ οὐδὲ τοῦτο τὸ οὕτω μικρὸν ἀνόνητον. Εἶδον γὰρ, φησὶν, ὅτι ἐλυπήθη, καὶ ἐπορεύθη στυγνὸς, καὶ ἰασάμην τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ. Πάντες δὲ ἀπὸ ἐλεημοσύνης, καὶ τοῦ ἀφιέναι τοῖς πλησίον τὰ ἁμαρτήματα, καὶ ἀπὸ τοῦ μὴ μνησικακεῖν μηδὲ ἀμύνεσθαι, ταπεινώσωμεν ἑαυτῶν τὰς ψυχάς. Ἐὰν ἐννοῶμεν συνεχῶς τὰ ἡμαρτημένα ἡμῖν, οὐδὲν ἡμᾶς ἐπᾶραι τῶν ἔξωθεν δυνήσεται, οὐ πλοῦτος, οὐ δυναστεία, οὐκ ἀρχὴ, οὐ τιμὴ, ἀλλὰ κἂν εἰς αὐτὸ τὸ ὄχημα τὸ βασιλικὸν καθίσωμεν, στενάξομεν πικρόν. Ἐπεὶ καὶ ὁ μακάριος Δαυῒδ βασιλεὺς ἦν, καὶ ἔλεγε· Λούσω καθ᾽ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου· καὶ οὐδὲν ἀπὸ τῆς ἁλουργίδος καὶ τοῦ διαδήματος παρεβλάβη, καὶ οὐκ ἐτυφώθη· ᾔδει γὰρ ἑαυτὸν ἄνθρωπον ὄντα· καὶ ἐπειδὴ συντετριμμένην εἶχε τὴν καρδίαν, ἐθρήνει. Τί γάρ ἐστι τὰ ἀνθρώπινα πράγματα; Τέφρα καὶ κόνις, καὶ ὡσεὶ χνοῦς κατὰ πρόσωπον ἀνέμου, καπνὸς καὶ σκιὰ, καὶ φύλλον περιφερόμενον καὶ ἄνθος, ὄναρ καὶ διήγημα, καὶ μῦθος, ἄνεμος καὶ ἀὴρ χαῦνος ἁπλῶς διαῤῥέων, πτερὸν οὐχ ἱστάμενον, ῥεῦμα παρατρέχον, καὶ εἴ τι τούτων οὐδαμινέστερον· τί γὰρ, εἰπέ μοι, μέγα νομίζεις; ποῖον ἡγῇ μέγα ἀξίωμα εἶναι; τὸ τοῦ ὑπάτου; οὐδὲν γὰρ τούτου τοῦ ἀξιώματος εἶναι μεῖζον νομίζουσιν οἱ πολλοί.
Μετάφραση
Ας αρχίσουμε, λοιπόν, σας παρακαλώ, άλλος με το να αυξήσει τις προσευχές του, άλλος με το να δακρύζει συνεχώς, και άλλος με το να είναι σκυθρωπός· διότι ούτε και αυτό το τόσο μικρό δεν είναι ανώφελο. Επειδή λέγει: «Είδα ότι λυπήθηκε και πορεύθηκε σκυθρωπός, και θεράπευσα τις οδούς του». Όλοι μας όμως, με την ελεημοσύνη και με το να συγχωρούμε τα αμαρτήματα των συνανθρώπων μας, και με το να μην μνησικακούμε ούτε να ανταποδίδουμε το κακό, ας ταπεινώσουμε τις ψυχές μας. Εάν αναλογιζόμαστε συνεχώς τα αμαρτήματά μας, τίποτε από τα εξωτερικά πράγματα δεν θα μπορέσει να μας κάνει να υπερηφανευτούμε, ούτε ο πλούτος, ούτε η ισχύς, ούτε η εξουσία, ούτε η τιμή, αλλά ακόμη και αν καθίσουμε στο ίδιο το βασιλικό άρμα, θα αναστενάξουμε πικρά. Επειδή και ο μακάριος Δαβίδ ήταν βασιλιάς, και όμως έλεγε: «Θα λούζω κάθε νύχτα την κλίνη μου»· και καθόλου δεν βλάφθηκε από την πορφύρα και το διάδημα, ούτε κυριεύθηκε από αλαζονεία· διότι είχε επίγνωση πως ήταν άνθρωπος, και επειδή είχε συντετριμμένη την καρδιά του, θρηνούσε. Διότι τι είναι τα ανθρώπινα πράγματα; Στάχτη και σκόνη, και σαν χνούδι μπροστά στο πρόσωπο του ανέμου, καπνός και σκιά, φύλλο που το παρασύρει ο αέρας και άνθος, όνειρο και διήγηση, και μύθος, άνεμος και κενός αέρας που απλώς διασκορπίζεται, φτερό που δεν στέκεται πουθενά, ρεύμα που περνά γρήγορα, και οτιδήποτε πιο μηδαμινό από αυτά. Διότι τι νομίζεις, πες μου, πως είναι μεγάλο; Ποιο θεωρείς ότι είναι σπουδαίο αξίωμα; Το αξίωμα του υπάτου; Επειδή οι περισσότεροι νομίζουν ότι δεν υπάρχει τίποτε μεγαλύτερο από αυτό το αξίωμα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες