Κἂν γὰρ φιλοτιμότατος ᾖς πάντων, εὖ οἶδα ὅτι τῆς τοῦ βασιλέως κλίνης οὐκ ἐθελήσεις ἔχειν εὐπρεπεστέραν· καὶ τὸ δὴ μεῖζον, οὐ τοῦ τυχόντος βασιλέως, ἀλλὰ τοῦ πρώτου, καὶ τοῦ πάντων βασιλέων βασιλικωτέρου, καὶ μέχρι νῦν ᾀδομένου πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης· δείκνυμί σοι κλίνην τὴν τοῦ μακαρίου Δαυΐδ. Ποταπὴ τοίνυν ἦν ἐκείνη; Οὐκ ἀργύρῳ καὶ χρυσῷ, ἀλλὰ δάκρυσι καὶ ἐξομολογήσεσι πάντοθεν ἦν κεκαλλωπισμένη. Καὶ ταῦτα αὐτός φησιν οὕτω λέγων· Λούσω καθ᾽ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου· ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω. Ὥσπερ γὰρ μαργαρῖται τὰ δάκρυα αὐτῇ ἐπεπήγει πάντοθεν.
Μετάφραση
Διότι, ακόμη και αν είσαι ο πλέον φιλόδοξος από όλους, γνωρίζω καλά ότι δεν θα επιθυμήσεις να έχεις κλίνη μεγαλοπρεπέστερη από εκείνη του βασιλιά· και το σπουδαιότερο, όχι ενός τυχαίου βασιλιά, αλλά του πρώτου, και του πλέον βασιλικού από όλους τους βασιλιάδες, ο οποίος μέχρι σήμερα υμνείται παντού σε ολόκληρη την οικουμένη· σου υποδεικνύω την κλίνη του μακαρίου Δαβίδ. Τι λογής, λοιπόν, ήταν εκείνη; Δεν ήταν διακοσμημένη με άργυρο και χρυσό, αλλά με δάκρυα και εξομολογήσεις από παντού. Και αυτό το βεβαιώνει ο ίδιος λέγοντας τα εξής: «Κάθε νύχτα θα λούζω την κλίνη μου· με τα δάκρυά μου θα καταβρέχω το στρώμα μου». Διότι τα δάκρυα είχαν στερεωθεί πάνω της από παντού σαν μαργαριτάρια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες