Οὐχ ὁρᾶς, ὦ Ἰουδαῖε, πῶς ἔδει πληρωθῆναι εἰς αὐτὸν τὰς Γραφὰς τῶν προφητῶν; Περὶ γὰρ τοῦ προδεδόσθαι αὐτὸν παρὰ τοῦ Ἰούδα ἑνὸς τῶν ιβʹ μαθητῶν αὐτοῦ, ὁ ψαλμὸς λέγει· «Ἵνα τί ἐφρύαξαν ἔθνη, καὶ λαοὶ ἐμελέτησαν καινά; παρέστησαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς, καὶ οἱ ἄρχοντες συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτό.» Συνήχθησαν γὰρ ἐπ’ ἀληθείας ἐπὶ τὸν ἅγιον Παῖδα τοῦ Θεοῦ Ἰησοῦν, ὅς ἐστι Χριστὸς, Ἡρώδης τε καὶ Πόντιος Πιλᾶτος σὺν ἔθνεσι καὶ λαοῖς Ἰσραήλ. Καὶ ὁ Δαβὶδ λέγει περὶ αὐτοῦ· «Ὤρυξαν χεῖράς μου καὶ πόδας μου, καὶ διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς, καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλλον κλῆρον· ἐξηρίθμησαν πάντα τὰ ὀστᾶ μου.» Ἰδοὺ καὶ ἡ σταύρωσις, καὶ ὅτι ὄξος μετὰ χολῆς αὐτὸν ἐπότισαν. Ὁ αὐτὸς Δαβὶδ πάλιν εἶπεν· «Ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμά μου χολὴν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος.» Ἆρα ἐψεύσαντο οἱ προφῆται καὶ οἱ εὐαγγελισταὶ ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν, τὰ ἴσα τούτων εἰπόντες, ὅτι ταῦτα ἔπαθεν ὁ Χριστός; καὶ εἰ οἱ εὐαγγελισταὶ ἡμῶν ἐψεύσαντο, καὶ οἱ προφῆται λοιπὸν ἐψεύσαντο τὰ ὅμοια τούτων εἰπόντες. Θέλεις ἀκοῦσαι καὶ περὶ τῆς ταφῆς αὐτοῦ; Ὁ Προφήτης λέγει ἐν βίβλῳ Ψαλμῶν· «Ἔθεντό με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου, καὶ ἐγενήθην ὡσεὶ ἄνθρωπος ἀβοήθητος, ἐν νεκροῖς ἐλεύθερος,» τουτέστιν ἀναμάρτητος. Καὶ ἐν τῷ Ἰὼβ λέγει· «Ἀνοίγονταί σοι φόβῳ πύλαι θανάτου, πυλωροὶ δὲ ᾅδου ἰδόντες σε ἔπτηξαν·» δηλονότι αἱ τῶν ἐναντίων δαιμόνων δυνάμεις αἱ ἐν τῷ ᾅδῃ. Ὅτι δὲ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἀπ’ αἰῶνος ἁγίων ὁ Χριστὸς ἐν τῷ σταυρῷ κρεμάμενος ἤγειρεν ἐκ τῶν νεκρῶν, ὁ Ψαλμῳδὸς εἶπεν· «Ὁ ἐξάγων πεπεδημένους ἐν ἀνδρείᾳ· ὁμοίως τοὺς παραπικραίνοντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν τάφοις.» Ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς τριημέρου αὐτοῦ ταφῆς καὶ τῆς ἀναστάσεως ὁ προφήτης Ὠσηὲ λέγει οὕτως· «Ζητήσωμεν τὸν Κύριον, καὶ ἁγιάσει ἡμᾶς μετὰ ἡμέρας δύο, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσομαι.» Ὅτι δὲ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐν ᾅδῃ οὐ καταλέλειπται, οὐδὲ ἡ σὰρξ αὐτοῦ εἶδε διαφθορὰν, ὁ Δαβὶδ λέγει· «Οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν.» Μὴ νομίσῃς δὲ ὅτι περὶ ἑαυτοῦ εἶπεν ὁ Δαβὶδ, καὶ οὐ περὶ Χριστοῦ· ὁ δὲ Δαβὶδ μὲν τῇ ἰδίᾳ γενεᾷ ὑπηρετήσας τῇ τοῦ Θεοῦ βουλῇ, ἐκοιμήθη καὶ προσετέθη πρὸς τοὺς πατέρας αὐτοῦ, καὶ οἶδε διαφθοράν· αὐτὸς γὰρ ὁ Θεὸς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, ἣν ἀνέλαβεν, ἀνέστησε. Καὶ ἀλλαχοῦ γέγραπται· «Καὶ ἔσται ἡ ἀνάπαυσις αὐτοῦ, τιμή·» τουτέστιν ἡ μὲν ἀνάπαυσις, ταφή· ἡ δὲ τιμὴ, ἀνάστασις.
Μετάφραση
Δεν βλέπεις, Ιουδαίε, πώς έπρεπε να εκπληρωθούν επάνω σ’ Αυτόν οι Γραφές των Προφητών; Διότι για την προδοσία Του από τον Ιούδα, έναν από τους δώδεκα μαθητές Του, ο Ψαλμός λέει: «Γιατί αγρίεψαν τα έθνη και οι λαοί μελέτησαν μάταια; Παρουσιάστηκαν οι βασιλείς της γης και οι άρχοντες συνάχθηκαν επί το αυτό.» Πράγματι, συνάχθηκαν αληθινά εναντίον του αγίου Παίδα του Θεού, του Ιησού, που είναι ο Χριστός, ο Ηρώδης και ο Πόντιος Πιλάτος μαζί με έθνη και λαούς του Ισραήλ. Και ο Δαβίδ λέει γι’ Αυτόν: «Τρύπησαν τα χέρια μου και τα πόδια μου, και μοίρασαν μεταξύ τους τα ενδύματά μου και για τον ιματισμό μου έριξαν κλήρο· αρίθμησαν όλα τα οστά μου.» Να λοιπόν και η σταύρωση, και το ότι Τον πότισαν ξίδι ανακατεμένο με χολή. Ο ίδιος ο Δαβίδ πάλι είπε: «Έδωκαν στη βρώση μου χολή και στη δίψα μου με πότισαν ξίδι.» Άραγε ψεύσθηκαν οι Προφήτες και οι Ευαγγελιστές μας, των Χριστιανών, όταν είπαν τα ίδια μ’ αυτά, ότι αυτά έπαθε ο Χριστός; Και αν οι Ευαγγελιστές μας ψεύσθηκαν, τότε και οι Προφήτες ψεύσθηκαν, αφού είπαν όμοια μ’ αυτά. Θέλεις ν’ ακούσεις και για την ταφή Του; Ο Προφήτης λέει στο βιβλίο των Ψαλμών: «Με έβαλαν σε λάκκο βαθύτατο, σε τόπους σκοτεινούς και στη σκιά του θανάτου, και έγινα σαν άνθρωπος αβοήθητος, ελεύθερος ανάμεσα στους νεκρούς», δηλαδή αναμάρτητος. Και στον Ιώβ λέει: «Άραγε ανοίγονται μπροστά σου με φόβο οι πύλες του θανάτου, και οι πυλωροί του άδη, όταν σε είδαν, τρόμαξαν;» δηλαδή οι δυνάμεις των αντίθετων δαιμόνων που βρίσκονται στον άδη. Και ότι ο Χριστός, ενώ κρεμόταν επάνω στον Σταυρό, ανέστησε από τους νεκρούς πολλά σώματα αγίων που είχαν κοιμηθεί από παλαιούς αιώνες, το είπε ο Ψαλμωδός: «Αυτός που εξάγει τους δεσμίους με δύναμη, καθώς και εκείνους που παροργίζουν, αυτούς που κατοικούν στους τάφους.» Αλλά και για την τριήμερη ταφή Του και την Ανάσταση ο προφήτης Ωσηέ λέει έτσι: «Ας ζητήσουμε τον Κύριο, και θα μας αγιάσει μετά από δύο ημέρες, και την τρίτη ημέρα θα αναστηθώ.» Και ότι η ψυχή Του δεν εγκαταλείφθηκε στον άδη, ούτε η σάρκα Του είδε φθορά, το λέει ο Δαβίδ: «Δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον άδη, ούτε θα δώσεις στον Όσιό σου να δει φθορά.» Μη νομίσεις όμως ότι ο Δαβίδ το είπε αυτό για τον εαυτό του και όχι για τον Χριστό· διότι ο Δαβίδ, αφού υπηρέτησε στη γενεά του τη βουλή του Θεού, κοιμήθηκε και προστέθηκε στους πατέρες του και είδε φθορά· ενώ Αυτός, ο ίδιος ο Θεός, ανέστησε την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε. Και αλλού είναι γραμμένο: «Και η ανάπαυσή Του θα είναι τιμή»· δηλαδή η ανάπαυση σημαίνει ταφή, ενώ η τιμή σημαίνει ανάσταση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες