Πρόσσχες τῇ ψυχῇ μου καὶ λύτρωσαι αὐτήν, ἕνεκεν τῶν ἐχθρῶν μου ῥῦσαί με», ἤτοι, ἵνα μὴ εἰς τέλος κατορχήσωνταί μου. «Σὺ γὰρ γινώσκεις τὸν ὀνειδισμόν μου καὶ τὴν αἰσχύνην μου καὶ τὴν ἐντροπήν μου». Ταῦτα γὰρ διὰ στόματος Δαβὶδ προανεφώνει Χριστός, τὴν τελείαν ἐνανθρώπησιν διαβεβαιούμενος, ὅτι «οὐσίᾳ οὐ φαντασίᾳ» γέγονεν ἄνθρωπος καίτοι μικρὸν τῆς θεότητος περισταλείσης. Πάσχει δὲ ὡς ἄνθρωπος λόγῳ καὶ πράγματι, διὸ καὶ πάλιν φησίν· «Ἐναντίον σου πάντες οἱ θλίβοντές με. Ὀνειδισμὸν προσεδόκησεν ἡ ψυχή μου καὶ ταλαιπωρίαν καὶ ὑπέμεινα συλλυπούμενον, καὶ οὐχ ὑπῆρξε, καὶ παρακαλοῦντας καὶ οὐχ εὗρον». Οὐδείς, φησίν, ἐν τῇ θλίψει μου ἐκείνῃ παρῆν συλλυπούμενος ἢ παρακαλῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον μᾶλλον. «Καὶ ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμά μου χολὴν καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος».
Μετάφραση
«Πρόσεξε την ψυχή μου και λύτρωσέ την, εξαιτίας των εχθρών μου γλίτωσέ με», δηλαδή, για να μην θριαμβεύσουν εις βάρος μου μέχρι τέλους. «Διότι εσύ γνωρίζεις τον ονειδισμό μου και την αισχύνη μου και την ντροπή μου». Διότι αυτά τα προανήγγειλε ο Χριστός δια στόματος του Δαβίδ, διαβεβαιώνοντας για την τέλεια ενανθρώπησή Του, ότι έγινε άνθρωπος «στην ουσία και όχι κατά φαντασία», αν και η θεότητα συγκαλύφθηκε για λίγο. Και πάσχει ως άνθρωπος στα λόγια και στις πράξεις, γι' αυτό και πάλι λέει: «Μπροστά σου βρίσκονται όλοι όσοι με θλίβουν. Ονειδισμό και ταλαιπωρία περίμενε η ψυχή μου, και περίμενα κάποιον να με συλλυπηθεί, αλλά δεν υπήρξε, και κάποιους να με παρηγορήσουν, αλλά δεν βρήκα». Κανείς, λέει, δεν ήταν παρών σε εκείνη τη θλίψη μου για να με συλλυπηθεί ή να με παρηγορήσει, αλλά μάλλον συνέβη το αντίθετο. «Και μου έδωσαν για τροφή μου χολή, και στη δίψα μου με πότισαν ξύδι».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες