Ὀλυμπιοδώρου τοῦ μεγάλου φιλοσόφου διακόνου Ἀλεξανδρείας ἐκ τοῦ δευτέρου λόγου τοῦ κατὰ Σευήρου, ἐν ᾧ παραγαγὼν τὴν χρῆσιν τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τὴν λέγουσαν τὰ δύο θελήματα ἐπὶ Χριστοῦ οὕτως πως διεξέρχεται λέγων· Καὶ γοῦν οὐκ οἶδ’ ὅπως οὐκ ἐξειθισμένος κατὰ σαυτὸν εὐθύτητα διαῤῥυθμίζει<ν> κανόσι τοῖς ἄλλοις ὁ Σευῆρος τὸ παρὸν οὐκ ἀπεικὸς τοῦ διδασκάλου διαπηύθυνεν οὐκ ἐθελοντὴς θεώρημα φάσκων· «Κατὰ τὰ προλεγόμενα καὶ ἐφεπόμενα εὐαγγελικὰ ῥήματα, ἃ ταυτότητι κανόνος ὁ Ἀθανάσιος ταλαντεύσας τῷ ἀνθρωπίνῳ τοῦ σωτῆρος τὰ μὴ πρὸς ὕψος ὁρῶντα προσήρμοσε, δῆλός ἐστι καὶ τὸ μὴ θέλον ἀποθανεῖν θέλημα ἐπὶ τὸν ἐν μορφῇ ἀνθρώπου τυγχάνοντα ἀναπεμπόμενος.» Ἑρμηνεία τῆς χρήσεως· Ἐν τῷ λόγῳ τῷ κατὰ Ἀρειανῶν, ἐν ᾧ τὰ δύο θελήματα ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος εἶπε, πολλὰς χρήσεις εὐαγγελικὰς πτωχοπρεπεῖς εἰς τὴν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ ἁρμοζούσας παρήγαγεν, οἷον τὸ Ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι, καὶ Δόξασόν με, πάτερ, καὶ Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ Προέκοπτεν ὁ Ἰησοῦς σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ. Καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα παραγαγών, εἰς τὴν σάρκα τοῦ κυρίου ταῦτα ἐξέλαβε καὶ ἡρμήνευσεν· ἐξ ὧν ἐστι καὶ τὸ Πάτερ, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν μὴ τὸ ἐμὸν θέλημα γενέσθω, ἀλλὰ τὸ σόν. Ἐπειδὴ οὖν τινές φασιν ὅτι οὐ περὶ ἰδίου θελήματος λέγει ὁ Χριστὸς Μὴ τὸ ἐμόν, ἀλλὰ περὶ τοῦ θελήματος τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἐμπαθοῦς, ἠθέλησε παραστῆσαι ὁ Ὀλυμπιόδωρος ὅτι ἐκ τῶν προηγουμένων φαίνεται Ἀθανάσιος καὶ ἐκ τῶν ἐφεπομένων ὅτι εἰς τὸ ἀνθρώπινον τοῦ Χριστοῦ ἐνόησε τὸ Μὴ τὸ ἐμὸν θέλημα· διὸ καὶ ἐπάγει λέγων ὅτι Τὸ πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής. Ὥσπερ οὖν τὸ πνεῦμα τὸ τοῦ Χριστοῦ νοοῦμεν, οὕτω καὶ τὴν σάρκα εἰς τὸ προφητικὸν ῥητὸν τὸ περὶ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς θεὸν φάσκον Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους, ὅπερ ὁ Ἀπόστολος εἰς Χριστὸν ἀναφέρων φησί· Τὸν δὲ βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους ἠλαττωμένον βλέπομεν Ἰησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου.
Μετάφραση
Από το δεύτερο έργο του Ολυμπιοδώρου, του μεγάλου φιλοσόφου και διακόνου της Αλεξανδρείας, από τον λόγο κατά του Σεβήρου, όπου, αφού παρέθεσε τη χρήση του αγίου Αθανασίου που μιλεί για τα δύο θελήματα στον Χριστό, αναπτύσσει κάπως έτσι το θέμα, λέγοντας: «Και λοιπόν, δεν ξέρω πώς ο Σεβήρος, ενώ δεν έχει συνηθίσει ούτε να ρυθμίζει τον εαυτό του με ευθύτητα ούτε να κατευθύνεται με κανόνες, στην παρούσα περίπτωση δεν παρέβλεψε εντελώς το όχι παράλογο αυτό νόημα του διδασκάλου, λέγοντας ότι δεν πρόκειται για εκούσιο θεώρημα· “Από τα προλεγόμενα και τα επακολουθούντα ευαγγελικά ρήματα, τα οποία ο Αθανάσιος, ζυγίζοντάς τα με την ενότητα του κανόνα, προσάρμοσε σε εκείνα του Σωτήρος που δεν βλέπουν προς το ύψος, δηλαδή στο ανθρώπινο στοιχείο του, είναι φανερό ότι και το θέλημα που δεν θέλει να πεθάνει το αναφέρει σε Εκείνον που βρίσκεται σε μορφή ανθρώπου.”» Ερμηνεία της χρήσεως: Στον λόγο κατά των Αρειανών, όπου ο άγιος Αθανάσιος μίλησε για τα δύο θελήματα, παρέθεσε πολλά ευαγγελικά χωρία ταπεινά, που αρμόζουν στην ανθρωπότητα του Χριστού, όπως το «Ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι», και το «Δόξασόν με, πάτερ», και το «Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου», και το «Προέκοπτεν ὁ Ἰησοῦς σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ». Και, αφού παρέθεσε όλα τα παρόμοια, τα εξέλαβε και τα ερμήνευσε όλα αυτά ως αναφερόμενα στη σάρκα του Κυρίου· μεταξύ αυτών είναι και το «Πάτερ, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν μὴ τὸ ἐμὸν θέλημα γενέσθω, ἀλλὰ τὸ σόν». Επειδή λοιπόν μερικοί λέγουν ότι ο Χριστός, όταν λέει «μὴ τὸ ἐμόν», δεν μιλά για δικό του θέλημα, αλλά για το θέλημα των ανθρώπων, το εμπαθές, ο Ολυμπιόδωρος θέλησε να δείξει ότι από τα προηγούμενα και από τα επακολουθούντα γίνεται φανερό πως ο Αθανάσιος εννόησε το «μὴ τὸ ἐμὸν θέλημα» ως αναφερόμενο στο ανθρώπινο στοιχείο του Χριστού· γι’ αυτό και προσθέτει λέγοντας ότι «τὸ πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής». Όπως λοιπόν το πνεύμα το εννοούμε ως το πνεύμα του Χριστού, έτσι και τη σάρκα την εννοούμε σύμφωνα με το προφητικό ρητό που λέει για τον άνθρωπο προς τον Θεό: «Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους», το οποίο ο Απόστολος, αναφέροντάς το στον Χριστό, λέει: «Τὸν δὲ βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους ἠλαττωμένον βλέπομεν Ἰησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Χρήσεις ἄχρηστοι Ἀρειανῶν μιαρῶν δυσσεβῶς ἀθετοῦσαι τὴν ὁμοούσιον θεότητα τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ, καὶ κτίσμα τὸν κτίστην τῶν ἁπάντων λέγουσαι.}