εἰ μὲν οὖν πρὸς τὰ κάτω ἀπίδωμεν, πάντως ὀκνηρία καὶ ἀθυμία καὶ ἀτονία προσγενήσεται, ἐμπειρομένης τῆς διανοίας ἡμῶν ὦδε κἀκεῖσε εἰς τὰ μάταια καὶ εἰς τὰ ἡδονικὰ τοῦ βίου τούτου, πρὸς πορνείαν, πρὸς γαστριμαργίαν, πρὸς φιλοκτημοσύνην, πρὸς ἀπάτην τῶν ὀφθαλμῶν, πρὸς θέατρα, πρὸς πανηγύρεις, πρὸς καλλωπισμούς, πρὸς φαντασίας, πρὸς πᾶν οὖν ἄλλο τῶν τάχιστα ἀφισταμένων καὶ ἀπολλυμένων. τί γὰρ ἐπίμονον τῶν ἐν τῷ βίῳ καὶ οὐ παρερχόμενον ἐν ἰσότητι ὀνείρου καὶ σκιᾶς δραπετευούσης; ἐμβλέψατε γὰρ καὶ ἴδετε ἀπὸ ἀρχαίων γενεῶν ἕως τοῦ παρόντος τίς ἢ τί ἔμεινεν ἐπὶ τῆς αὐτῆς καταστάσεως· ἀλλ’ οὐχὶ ἠλλοίωται καὶ ἠφάνισται καὶ ἀπόλωλεν ὡς εἰπεῖν μετ’ ἤχου καὶ τοῦ μνημονεύεσθαι, βασιλεῖς, σατράπαι, ἄρχοντες, δυνάσται, τρυφῶντες καὶ γαυριῶντες, πλουτοῦντες καὶ δοξαζόμενοι, ἀνεγείροντες οἰκίας καὶ πόλεις, φυτεύοντες ἀμπελῶνας καὶ παραδείσους, ἐγκαλλωπιζόμενοι καὶ ὡραϊζόμενοι, νυμφαγωγοῦντες καὶ νυμφαγωγούμενοι, πολυτεκνοῦντες καὶ εὐτεκνούμενοι, πλεονεκτοῦντες καὶ χρυσομανοῦντες, πάντα δρῶντες καὶ πάσχοντες, ὅσα κατ’ εὐεξίαν σώματος καὶ αἵματος; οὐδὲν οὖν ἐκ τοῦ αἰῶνος ἕως τοῦ δεῦρο μεμένηκε καὶ διασέσωσται, ἀλλ’ ὡς εἴρηται ἀπόλωλε καὶ ἠφάνισται, καὶ εἴθε τοῦτο ἀλλὰ μὴ τετήρηται εἰς ἡμέραν ἀνταποδόσεως καὶ δικαιοκρισίας θεοῦ, ἀποδιδόντος ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ.
Μετάφραση
Εάν λοιπόν στρέψουμε το βλέμμα προς τα κάτω, εξάπαντος θα προκύψει οκνηρία, αθυμία και ατονία, καθώς η διάνοιά μας θα περιπλανάται εδώ κι εκεί στα μάταια και στα ηδονικά αυτού του βίου, προς την πορνεία, προς τη γαστριμαργία, προς τη φιλοκτημοσύνη, προς την απάτη των οφθαλμών, προς τα θέατρα, προς τα πανηγύρια, προς τους καλλωπισμούς, προς τις φαντασιώσεις, και προς καθετί άλλο που τάχιστα απομακρύνεται και χάνεται. Διότι, τι το μόνιμο υπάρχει στον βίο και δεν παρέρχεται όμοια με όνειρο και με σκιά που φεύγει; Κοιτάξτε και δείτε από τις αρχαίες γενεές μέχρι το παρόν, ποιος ή τι παρέμεινε στην ίδια κατάσταση; Αντιθέτως, δεν αλλοιώθηκαν, δεν αφανίστηκαν και δεν χάθηκαν, θα λέγαμε μετά θορύβου ώστε να σβηστούν από τη μνήμη, βασιλείς, σατράπες, άρχοντες, δυνάστες, αυτοί που ζούσαν με τρυφή και υπεροψία, που πλούτιζαν και δοξάζονταν, που ανήγειραν οικίες και πόλεις, που φύτευαν αμπελώνες και παραδείσους, που στολίζονταν και καλλωπίζονταν, που πάντρευαν και παντρεύονταν, που αποκτούσαν πολλά και καλά παιδιά, που πλεονεκτούσαν και είχαν μανία για τον χρυσό, που έκαναν και πάθαιναν τα πάντα για την ευεξία του σώματος και του αίματος; Τίποτα λοιπόν από την αρχή του κόσμου μέχρι τώρα δεν έχει παραμείνει και διασωθεί, αλλά, όπως ειπώθηκε, χάθηκε και αφανίστηκε, και μακάρι να συνέβαινε μόνο αυτό, και να μην κρατούνταν όλα αυτά για την ημέρα της ανταποδόσεως και της δικαιοκρισίας του Θεού, ο Οποίος αποδίδει στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες