Ἐὰν δὲ μεγαλοπρέπειαν αὐτοῦ τὴν σάρκα θεάσωμαι, ἣν ὡς πενιχρὸν ἔνδυμα λαβὼν πορφύραν ἐποίησε, καὶ τῷ πάθει ἐκδυσάμενος τῇ ἀναστάσει ἐνεδύσατο—〈Ὁ κύριος ἐβασίλευσεν, εὐπρέπειαν ἐνεδύσατο〉—καὶ ἐνδυσάμενος τὴν σάρκα καὶ εἰς οὐρανοὺς ἐπάρας σὺν αὐτῇ ἐν δεξιᾷ τοῦ πατρὸς ἐκάθισε, καὶ συνήγειρε γὰρ καὶ συνεκάθισεν ἡμᾶς 〈ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας καὶ κυριότητος καὶ παντὸς ὀνόματος ὀνομαζομένου,〉 τότε, τὴν σάρκα Χριστοῦ βλέποντες ὑπὲρ πάντας τοὺς οὐρανοὺς καὶ ὑπεράνω τοῦ ἀέρος καὶ τοῦ αἰθέρος καὶ τοῦ στερεώματος καὶ τοῦ ἀσωμάτου οὐρανοῦ καὶ τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀρχαγγέλων καὶ τῶν ἀνωτάτω δυνάμεων, ἀληθεύοντες λέγομεν· 〈Ὅτι ἐπήρθη ἡ μεγαλοπρέπειά σου ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν.
Μετάφραση
Αν όμως θεωρήσω ως μεγαλοπρέπειά του τη σάρκα, την οποία, αφού έλαβε ως φτωχικό ένδυμα, την έκανε πορφύρα, και αφού την απεκδύθηκε με το πάθος, την ενδύθηκε με την ανάσταση —«Ο Κύριος εβασίλευσε, ενδύθηκε ευπρέπεια»— και, αφού ενδύθηκε τη σάρκα και την ανύψωσε στους ουρανούς, κάθισε μαζί της στα δεξιά του Πατέρα, διότι μας συνήγειρε και μας συνεκάθισε «στα επουράνια υπεράνω κάθε αρχής και εξουσίας και κυριότητας και κάθε ονόματος που ονομάζεται», τότε, βλέποντας τη σάρκα του Χριστού πάνω από όλους τους ουρανούς και υπεράνω του αέρα και του αιθέρα και του στερεώματος και του ασώματου ουρανού και των αγγέλων και των αρχαγγέλων και των ανωτάτων δυνάμεων, λέμε αληθεύοντας: «Ότι υψώθηκε η μεγαλοπρέπειά σου υπεράνω των ουρανών».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες