Ὁ ἱερεὺς ἐξέρχεται βαστάζων τὸ Εὐαγγέλιον, ὡς ὁ Χριστὸς τὸν σταυρόν· εἰ δὲ ὁ διάκονος βαστάζει, μιμεῖται τὸν ἀγγαρευθέντα Σίμωνα. Τὰ κηρία ὀψικεύοντα ἐν τῇ εἰσόδῳ, δεικνύουσι τὸ θεῖον φῶς. Ἡ μέντοι εἴσοδος τοῦ ἀρχιερέως τὴν ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου ἀνάδειξιν τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν· μέχρι γὰρ ταύτης, εἰ καὶ ἦν ἀρχιερεὺς, ἀλλ’ οὐχὶ πᾶσι δῆλος καὶ γνώριμος, οὐδὲ εἰς μέσον ἑστὼς καὶ κατὰ τὴν ὑπερφυῆ καὶ ἐξαίσια τελῶν· ἀλλ’ ὁ τὸν καιρὸν λαχὼν ἱερεὺς ὡς πρόδρομος ἐνήργει τὸ διὰ μετανοίας βάπτισμα· ὃς εἰσελθόντα ἰδὼν τὸν ἀρχιερέα, μεθίσταται· μονονουχὶ ταῦτα τῷ Ἰωάννῃ φθεγγόμενος πρὸς ἑαυτόν· «Τοῦτον δεῖ αὐξάνεσθαι, ἐκεῖνον δὲ ἐλαττοῦσθαι, καὶ εὐθὺς παραχωρεῖ τῷ ἀρχιερεῖ τὰ μείζονα τελεσιουργεῖν.» ιδʹ. Βαστάζει δὲ ὁ διάκονος τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον ὡς θείαν κέλευσιν τοῦ βασιλέως τοῖς στρατηγοῖς τοῦ πιστοῦ λαοῦ προσάγων αὐτὸ, τοῦ ἱερέως ὄπισθεν ἐρχομένου καὶ διὰ τῆς στολῆς αὐτοῦ, ὡς καύχημα ἐν ταπεινώσει καρδίας, φέροντος τὰ πάντα τῆς σταυρώσεως. Εἶτα οἱ ψάλται ἀνέρχονται ἐν τῷ ἄμβωνι, ψάλλουσι δὲ τὸ, «Δεῦτε, ἀγαλλιασώμεθα τῷ Κυρίῳ» τούτῳ συμφωνοῦσι καὶ οἱ κάτω, δεικνύντες τὴν συμφωνίαν τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀνθρώπων· συμφωνοῦσι δὲ τούτῳ καὶ οἱ ἀπόστολοι· οἱ μὲν γὰρ ἔλεγον «Δεῦτε, εὑρήκαμεν τὸν ποθούμενον·» οἱ δὲ· «Ἔρχου καὶ ἴδε.»
Μετάφραση
Ο ιερέας εξέρχεται κρατώντας το Ευαγγέλιο, όπως ο Χριστός τον σταυρό. Εάν δε ο διάκονος το κρατά, μιμείται τον αγγαρευθέντα Σίμωνα. Τα κεριά που συνοδεύουν κατά την είσοδο, δείχνουν το θείο φως. Η είσοδος, βεβαίως, του αρχιερέως υποδηλώνει την ανάδειξη του Χριστού και Θεού μας στον Ιορδάνη. Διότι μέχρι εκείνη τη στιγμή, αν και ήταν αρχιερέας, δεν ήταν σε όλους φανερός και γνώριμος, ούτε στεκόταν στο μέσον επιτελώντας τα υπερφυή και εξαίσια. Αλλά ο ιερέας που ιερουργούσε εκείνη την ώρα, ως Πρόδρομος, τελούσε το βάπτισμα της μετανοίας. Αυτός, βλέποντας τον αρχιερέα να εισέρχεται, παραμερίζει, λέγοντας σχεδόν μέσα του τα λόγια του Ιωάννη: «Εκείνος πρέπει να αυξάνεται, εγώ δε να ελαττώνομαι», και αμέσως παραχωρεί στον αρχιερέα να τελεσιουργήσει τα μείζονα. ΙΔ'. Κρατά δε ο διάκονος το άγιο Ευαγγέλιο, ως θεία προσταγή του Βασιλέως, προσάγοντάς το στους στρατηγούς του πιστού λαού, ενώ ο ιερέας ακολουθεί από πίσω και, μέσω της στολής του, ως καύχημα με ταπείνωση καρδιάς, φέρει όλα τα σύμβολα της σταυρώσεως. Έπειτα οι ψάλτες ανεβαίνουν στον άμβωνα και ψάλλουν το: «Δεύτε, αγαλλιασώμεθα τω Κυρίω». Με αυτό συμφωνούν και οι πιστοί κάτω, δείχνοντας τη συμφωνία των αγγέλων και των ανθρώπων. Συμφωνούν δε με αυτό και οι απόστολοι, διότι οι μεν έλεγαν: «Ελάτε, βρήκαμε τον ποθούμενο», οι δε: «Έλα και δες».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες