Τοὺς Ἰουδαίους κυριοκτονεῖν ἐδίδαξεν, ἐπειδὴ ἔπεισεν αὐτοὺς ὅτι Ἰησοῦς οὐκ ἔστι θεός· 〈Τοῦτον οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν.〉 Ἐπεὶ οὖν ἀδύνατα ἐπιτηδεύσαντες φθορᾷ παρεδόθησαν, λέγει ὁ προφήτης πενθῶν· 〈Διεφθάρησαν καὶ ἐβδελύχθησαν ἐν ἐπιτηδεύμασι.〉 Τῷ διαβόλῳ γὰρ μαθητεύσαντες, τῷ πτώματι τοῦ διαβόλου ἔπεσαν· ὡς ἐκεῖνος ἀπὸ τῶν οὐρανῶν, οὕτως οὗτοι ἀπὸ τῶν θρόνων τῶν βασιλικῶν. Ὧι γάρ τις ἀκολουθεῖ, τούτῳ καὶ συμμερίζεται. 〈Διεφθάρησαν καὶ ἐβδελύχθησαν ἐν ἐπιτηδεύμασιν〉 αὐτῶν. 〈Διεφθάρησαν,〉 ὅτι φθορὰν τῷ ἀφθάρτῳ ἐπεστράτευσαν· 〈Καὶ ἤλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου.〉 Ἄνθρωποι κατεφθαρμένοι τὸν νοῦν 〈διεφθάρησαν,〉 ἀλλὰ 〈καὶ ἐβδελύχθησαν.〉 Διὰ τί; Ὅτι βδέλυγμα ἐρημώσεως τὴν ἀσέβειαν ἐν τῷ ναῷ τῆς καρδίας ἔστησαν. 〈Ἐν ἐπιτηδεύμασι.〉 Διὰ τί; Ὅτι ἃ ἡ φύσις ἠρνήσατο, ταῦτα ἡ κακὴ διάθεσις ἐπενόησε. 〈Διεφθάρησαν,〉 ὡς ὁ Φαραὼ καὶ ὁ Ναβουχοδονόσορ. 〈Διεφθάρησαν,〉 ὅτι τραυματισθέντες καὶ σηπόμενοι καὶ ὄζοντες καὶ εἰς ἰχῶρας ἀναλυόμενοι τὸν ἰατρὸν οὐκ ἐπεζήτησαν. 〈Ἐβδελύχθησαν,〉 ὅτι ὡς χοῖροι ταῖς ἁμαρτίαις βορβορούμενοι καὶ ὡς κύνες ἐπὶ τὸν ἑαυτῶν ἔμετον ἀνακάμπτοντες μισητοὶ γεγόνασιν.
Μετάφραση
Δίδαξε τους Ιουδαίους να γίνουν κυριοκτόνοι, επειδή τους έπεισε ότι ο Ιησούς δεν είναι Θεός· «Αυτόν δεν γνωρίζουμε από πού είναι». Επειδή, λοιπόν, αφού επιδίωξαν ακατόρθωτα πράγματα, παραδόθηκαν στη φθορά, λέει ο προφήτης πενθώντας: «Διεφθάρησαν και έγιναν βδελυροί με τα έργα τους». Διότι, αφού έγιναν μαθητές του διαβόλου, έπεσαν με την πτώση του διαβόλου· όπως εκείνος από τους ουρανούς, έτσι και αυτοί από τους βασιλικούς θρόνους. Διότι όποιον κάποιος ακολουθεί, αυτού την τύχη και συμμερίζεται. «Διεφθάρησαν και έγιναν βδελυροί με τα έργα» τους. «Διεφθάρησαν», διότι εκστράτευσαν φέρνοντας φθορά εναντίον του αφθάρτου· «Και άλλαξαν τη δόξα του άφθαρτου Θεού με ομοίωμα εικόνας φθαρτού ανθρώπου». Άνθρωποι διεφθαρμένοι στον νου «διεφθάρησαν», αλλά «και έγιναν βδελυροί». Γιατί; Διότι έστησαν την ασέβεια ως βδέλυγμα της ερημώσεως μέσα στον ναό της καρδιάς τους. «Με τα έργα». Γιατί; Διότι όσα η φύση αρνήθηκε, αυτά τα επινόησε η κακή διάθεση. «Διεφθάρησαν», όπως ο Φαραώ και ο Ναβουχοδονόσορ. «Διεφθάρησαν», διότι, αν και τραυματισμένοι και σε κατάσταση σήψης, αναδίδοντας δυσοσμία και διαλυόμενοι σε πύον, δεν αναζήτησαν τον ιατρό. «Έγιναν βδελυροί», διότι, κυλιόμενοι σαν χοίροι στον βούρκο των αμαρτιών και επιστρέφοντας σαν σκύλοι στον δικό τους εμετό, έγιναν μισητοί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες