διὸ καὶ τελείως μωρανθέντες ἔλαβον τὰς θεοπρεπεῖς ἐννοίας καὶ ὀνομασίας, οἷον τὰ εἰρημένα· τὸ δημιουργικός, τὸ ἀγαθός, τὸ προνοητικός, τὸ δεσποτικός, τὸ ἐξουσιαστής, τὸ σεβαστὸς καὶ τὰ ὅμοια, καὶ περιῆψαν αὐτὰ 〈τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν αὐτῶν,〉 ἀλλάξαντες τὴν δόξαν τοῦ θεοῦ ἐν ὁμοιώματι καὶ ἑξῆς. ἀλλ᾽ ὅρα τὴν τιμωρίαν, σκόπει τὴν ἀντιμισθίαν· ἐγκατελείφθησαν ὑπὸ τοῦ θεοῦ καὶ ἐγένοντο εἰς πάθη ἀτιμίας παραδεδομένοι, προοίμιον ταῦτα τῆς ἐκεῖθεν ἀτελευτήτου κολάσεως ἑαυτοῖς ὑποστησάμενοι. 〈Τὸ παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ θεός,〉 τοῦτ᾽ ἔστιν ἡ εἰς τὸν θεὸν πλημμέλεια καὶ παροινία· καὶ ἐπὶ τοῦ ἐναντίου γὰρ εἰώθαμεν λέγειν ὅτι ἀπώλεσεν αὐτὸν τὸ ἀργύριον, καίτοι οὐ τὸ ἀργύριον ἀπόλλυσιν ἀλλ᾽ ἡ ἄσωτος αὐτοῦ καὶ ἐπὶ κακῷ χρῆσις. καὶ διέφθειρεν αὐτὸν τῶν κολάκων τὸ πλῆθος, καίτοι οὐκ ἐκεῖνοι διαφθείρουσιν ἀλλὰ τὸ προσέχειν καὶ πείθεσθαι τούτοις· τὸ μὲν γὰρ εἶναι κόλακας ἢ μὴ εἶναι οὐκ ἐν ἐμοί, τὸ δὲ πείθεσθαι τούτοις ἢ μὴ ἐν τῇ γνώμῃ τῇ ἐμῇ. καὶ μυρία ἐστὶν ἡ τοιαύτη χρῆσις, ἔν τε τῇ πρὸς ἀλλήλους ὁμιλίᾳ καὶ τῇ τῶν συγγραμμάτων ἑρμηνείᾳ, οὐ τῶν καθ᾽ ἡμᾶς μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν ἔξω τῆς ἡμετέρας ἑστηκότων αὐλῆς. 〈Ἀλλ᾽ ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς διαλογισμοῖς αὐτῶν.〉 ἐκ τῶν ὁρατῶν καὶ ἐκ τῶν νοητῶν, φησίν, ἃ ἔκτισεν ὁ θεός, ἠδύναντο τὴν δύναμιν αὐτοῦ καὶ θειότητα κατιδεῖν καὶ ἐπιγνῶναι, ἀλλ᾽ οὐκ ἠβουλήθησαν.
Μετάφραση
Γι' αυτό και, αφού μωράνθηκαν τελείως, πήραν τις θεοπρεπείς έννοιες και ονομασίες, όπως αυτές που προαναφέρθηκαν: δηλαδή το δημιουργικός, αγαθός, προνοητικός, δεσποτικός, εξουσιαστής, σεβαστός και τα παρόμοια, και τις απέδωσαν στα έργα των χεριών τους, ανταλλάσσοντας τη δόξα του Θεού με ομοίωμα και τα εξής. Αλλά δες την τιμωρία, παρατήρησε την ανταπόδοση: εγκαταλείφθηκαν από τον Θεό και παραδόθηκαν σε πάθη ατιμίας, προετοιμάζοντας με αυτά για τον εαυτό τους το προοίμιο της εκεί ατελεύτητης κολάσεως. Το ότι «τους παρέδωσε ο Θεός», αυτό συνιστά το σφάλμα και την ασέβεια προς τον Θεό. Διότι και για το αντίθετο συνηθίζουμε να λέμε ότι τον κατέστρεψε το χρήμα, αν και δεν τον καταστρέφει το χρήμα αλλά η άσωτη και κακή χρήση του. Και ότι τον διέφθειρε το πλήθος των κολάκων, αν και δεν τον διαφθείρουν εκείνοι αλλά το να τους δίνει προσοχή και να πείθεται σε αυτούς. Διότι το να υπάρχουν κόλακες ή όχι δεν εξαρτάται από εμένα, αλλά το να πείθομαι σε αυτούς ή όχι εναπόκειται στη δική μου βούληση. Και υπάρχει αμέτρητη τέτοια χρήση του λόγου, τόσο στις μεταξύ μας συζητήσεις όσο και στην ερμηνεία των συγγραμμάτων, όχι μόνο των δικών μας, αλλά και εκείνων που βρίσκονται έξω από τη δική μας αυλή. «Αλλά ματαιώθηκαν στους διαλογισμούς τους». Μέσα από τα ορατά και τα νοητά, λέει, τα οποία έκτισε ο Θεός, μπορούσαν να διακρίνουν και να επιγνώσουν τη δύναμή Του και τη θειότητά Του, αλλά δεν το θέλησαν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες