Ἀλλὰ μὴ φοβηθῇς· οὐ γὰρ ἐπὶ τῷ μείζω γενέσθαι τὴν κόλασιν τοῦτο ἐγένετο, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῷ μείζονα φανῆναι τὴν χάριν. Διὸ ἐπήγαγεν, Οὗ δὲ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις. Οὐκ εἶπεν, Ἐπερίσσευσεν, ἀλλὰ καὶ, Ὑπερεπερίσσευσεν. Οὐ γὰρ κολάσεως ἀπήλλαξε μόνον, ἀλλὰ καὶ ἁμαρτημάτων ἄφεσιν καὶ ζωὴν ἔδωκε, καὶ τὰ ἄλλα ἃ πολλάκις εἰρήκαμεν· ὥσπερ ἂν εἴ τις τὸν πυρέττοντα μὴ νόσου μόνον ἐλευθερώσειεν, ἀλλὰ καὶ ὡραῖον ἐργάσαιτο καὶ ἰσχυρὸν καὶ ἔντιμον, ἢ τὸν πεινῶντα πάλιν μὴ θρέψειε μόνον, ἀλλὰ καὶ τῶν πολλῶν ποιήσειε χρημάτων εἶναι κύριον, καὶ ἐπ᾽ ἀρχὴν ἀγάγοι μεγίστην. Καὶ πῶς ἐπλεόνασε τὸ ἁμάρτημα, φησί; Μυρίας ἔδωκεν ἐντολὰς ὁ νόμος· ἐπεὶ οὖν πάσας ὑπερέβησαν, ἐπλεόνασε τὸ ἁμάρτημα.
Μετάφραση
Αλλά μη φοβηθείς· διότι αυτό δεν έγινε για να γίνει μεγαλύτερη η κόλαση, αλλά για να φανεί μεγαλύτερη η χάρη. Γι' αυτό και πρόσθεσε: «Εκεί δε όπου πλεόνασε η αμαρτία, υπερεπερίσσευσε η χάρη». Δεν είπε: «Επερίσσευσε», αλλά: «Υπερεπερίσσευσε». Διότι δεν μας απάλλαξε μόνο από την κόλαση, αλλά έδωσε και άφεση αμαρτιών και ζωή, καθώς και τα άλλα τα οποία πολλάκις έχουμε αναφέρει· όπως ακριβώς εάν κάποιος όχι μόνο απάλλασσε από την ασθένεια αυτόν που έχει πυρετό, αλλά τον καθιστούσε επίσης ωραίο, ισχυρό και έντιμο, ή εάν, πάλι, αυτόν που πεινά όχι μόνο τον έτρεφε, αλλά τον καθιστούσε και κύριο πολλών χρημάτων, και τον ανέβαζε στο μέγιστο αξίωμα. Και πώς πλεόνασε το αμάρτημα, ερωτά; Ο νόμος έδωσε αναρίθμητες εντολές· επειδή λοιπόν τις παρέβησαν όλες, πλεόνασε το αμάρτημα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες