Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἐρημίτης εἶπεν· Εἰ τὴν ἀρχὴν ζητεῖς, ὦ βασιλεῦ, πόθεν μοι γέγονε τῶν προσκαίρων μὲν ὑπεριδεῖν, ὅλον δὲ ἐμαυτὸν ταῖς αἰωνίοις ἐπιδοῦναι ἐλπίσιν, ἄκουσον. ἐν ἡμέραις ἀρχαίαις, ἔτι κομιδῇ νέος ὑπάρχων, ἤκουσά τι ῥῆμα ἀγαθὸν καὶ σωτήριον, καί με κατ᾽ ἄκρας ἡ τούτου δύναμις εἷλε, καί, ὥσπερ τις θεῖος σπόρος, ἡ τούτου μνήμη, τῇ ἐμῇ φυτευθεῖσα καρδίᾳ, ἀχώριστος εἰς ἀεὶ διετηρήθη ὡς καὶ ῥιζωθῆναι, καὶ ἐκβλαστῆσαι, καὶ ὃν ὁρᾷς καρπὸν ἐνεγκεῖν ἐν ἐμοί. ἡ δὲ τοῦ ῥήματος δύναμις τοιαύτη τις ἦν· Ἔδοξε, φησί, τοῖς ἀνοήτοις τῶν ὄντων μὲν καταφρονεῖν ὡς μὴ ὄντων, τῶν μὴ ὄντων δὲ ὡς ὄντων ἀντέχεσθαί τε καὶ περιέχεσθαι· ὁ μὴ γευσάμενος οὖν τῆς τῶν ὄντων γλυκύτητος, οὐ δυνήσεται τῶν μὴ ὄντων καταμαθεῖν τὴν φύσιν· μὴ καταμαθὼν δέ, πῶς αὐτῶν ὑπερόψεται; ὄντα μὲν οὖν ἐκάλεσεν ὁ λόγος τὰ αἰώνια καὶ μὴ σαλευόμενα μὴ ὄντα δὲ τὸν ἐνταῦθα βίον καὶ τὴν τρυφὴν καὶ τὴν ψευδομένην εὐημερίαν· οἷς, ὦ βασιλεῦ, κακῶς φεῦ, ἡ σὴ προσήλωται καρδία. κἀγὼ δέ ποτε τούτων ἀντειχόμην· ἀλλ᾽ ἡ τοῦ ῥήματος δύναμις, νύττουσά μου τὴν ψυχὴν ἀδιαλείπτως, ἐξήγειρε τὸν ἡγεμόνα νοῦν εἰς ἐκλογὴν τοῦ κρείττονος· ὁ δὲ νόμος τῆς ἁμαρτίας, ἀντιστρατευόμενος τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου, καὶ ὥς τισι σιδηροπέδαις δεσμῶν με, τῇ προσπαθείᾳ τῶν παρόντων αἰχμάλωτον κατεῖχεν.
Μετάφραση
Απαντώντας δε ο ερημίτης είπε: «Εάν αναζητάς την αρχή, ώ βασιλιά, το πώς δηλαδή συνέβη να περιφρονήσω τα πρόσκαιρα και να αφιερώσω όλο τον εαυτό μου στις αιώνιες ελπίδες, άκουσε. Στα παλαιά χρόνια, όταν ήμουν ακόμη πολύ νέος, άκουσα έναν λόγο αγαθό και σωτήριο, και η δύναμή του με κυρίευσε ολοκληρωτικά, και, σαν ένας θείος σπόρος, η μνήμη του, αφού φυτεύτηκε στην καρδιά μου, διατηρήθηκε αναπόσπαστη για πάντα, ώστε να ριζώσει, να βλαστήσει και να φέρει μέσα μου τον καρπό που βλέπεις. Η δε δύναμη αυτού του λόγου ήταν η εξής: Έχει επικρατήσει, λέει, στους ανοήτους να περιφρονούν τα πραγματικά όντα σαν να μην υπάρχουν, και στα μη όντα να προσκολλώνται και να τα περιβάλλουν με φροντίδα σαν να είναι υπαρκτά· όποιος λοιπόν δεν έχει γευθεί τη γλυκύτητα των αληθινών όντων, δεν θα μπορέσει να κατανοήσει τη φύση των μη όντων· και αφού δεν την κατανοήσει, πώς θα μπορέσει να τα περιφρονήσει; Ως "όντα" λοιπόν, ονόμασε ο λόγος τα αιώνια και ασάλευτα, ενώ ως "μη όντα" τον επίγειο βίο, την τρυφή και την ψεύτικη ευημερία· στα οποία, ώ βασιλιά, αλίμονο, είναι κακώς προσηλωμένη η καρδιά σου. Κι εγώ κάποτε σε αυτά ήμουν προσκολλημένος· αλλά η δύναμη εκείνου του λόγου, κεντρίζοντας την ψυχή μου αδιάλειπτα, αφύπνισε τον ηγεμονικό νού προς την επιλογή του καλύτερου· ο νόμος όμως της αμαρτίας, αντιστρατευόμενος τον νόμο του νου μου, και δένοντάς με σαν με σιδερένια δεσμά, με κρατούσε αιχμάλωτο στην προσκόλληση των παρόντων».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες