Διὸ καὶ ἐπήγαγε· Κἀγὼ πρωτότοκον θήσομαι αὐτόν. Πρωτότοκος γὰρ ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς ἐχρημάτισεν, ὁ παραπλησίως ἡμῖν μετεσχηκὼς σαρκός τε καὶ αἵματος. Ὡς Θεὸς μὲν Λόγος· Υἱὸς ἀεὶ ὢν, οὐκ ἐγένετο ὕστερον· ὡς ἄνθρωπος δὲ, καὶ ὕστερον γεγονέναι λέγεται, ἵνα μείνῃ ἄτρεπτον ἐν ἑαυτῷ τὸ τῆς υἱότητος ἴδιον. Αὐτὸς γὰρ σὰρξ γενόμενος, τῆς σαρκὸς Υἱοῦ Θεοῦ γενομένης ἐξ ἄκρας ὑπάρξεως διὰ τὴν καθ᾽ ὑπόστασιν ἕνωσιν, αὐτὸς τοῦτο γεγενῆσθαι λέγεται, ὢν μὲν θεϊκῶς, γενόμενος ὡς ἄνθρωπος.
Μετάφραση
Γι' αυτό και πρόσθεσε: «Και εγώ θα τον καταστήσω πρωτότοκο». Διότι κατέστη πρωτότοκος ανάμεσα σε πολλούς αδελφούς αυτός που συμμετείχε, παρόμοια με εμάς, σε σάρκα και αίμα. Ως Θεός Λόγος, όντας πάντοτε Υιός, δεν έγινε αργότερα· ως άνθρωπος, όμως, λέγεται ότι έγινε και αργότερα, ώστε να παραμείνει αναλλοίωτο στον εαυτό του το ιδίωμα της υιότητας. Διότι, αφού ο ίδιος έγινε σάρκα, και επειδή η σάρκα έγινε (σάρκα) του Υιού του Θεού από την πρώτη στιγμή της υπάρξεώς της δια της καθ' υπόστασιν ενώσεως, λέγεται ότι ο ίδιος έγινε αυτό, όντας μεν (Υιός) θεϊκώς, ενώ έγινε (Υιός) ως άνθρωπος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες