Καὶ τοῦτον Υἱὸν Ὑψίστου ἐκάλεσεν ἡ Γραφὴ, οἶον καὶ εἴρηται ἐν τοῖς Ψαλμοῖς, λέγοντος τοῦ Θεοῦ πρὸς πολλούς· «Ἐγὼ εἶπα, Θεοί ἐστε, καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες.» Ἅπερ τοιαῦτα τὸν τῶν αἱρετικῶν δογμάτων διελέγχοντες νοῦν, καὶ ἐπανορθοῦν προθυμούμενοι διὰ τοῦ παρόντος κηρύγματος, λέγομεν, ὅτι οὐ θεοφόρος ἄνθρωπός ἐστιν ὁ Χριστὸς, ἀλλὰ σαρκοφόρος Θεὸς, ἀνθ᾽ ὧν καὶ Θεὸς ὢν, ἄνθρωπον ἐφόρεσε καθ᾽ ὅλον τὸ πλήρωμα τῆς ἀνθρωπότητος· Θεὸς τέλειος καὶ ἄνθρωπος τέλειος, εἷς ὢν κατὰ μίαν ὑπόστασιν, καὶ ἐκ δύο καὶ ἐν δύο ταῖς φύσεσι. Τοῦτον γὰρ τὸν ἄνθρωπον, ὃν καὶ λέγομεν, ὅτι ἐφόρεσε, τοῦτον ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ εὐδοκίᾳ αὐτοῦ, καὶ συνεργείᾳ τοῦ ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν μίαν αὐτουργίαν τοῦ Υἱοῦ, ἔχρισε Πνεύματι ἁγίῳ, πᾶσαν ἐνέργειαν παρασχὼν αὐτῷ, καὶ δύναμιν Ὑψίστου περιέζωσε, πρὸς τὸ δύνασθαι φέρειν πάσης ἀντικειμένης δυνάμεως προσβολὴν, καὶ ἐνεργεῖν πᾶσαν θεραπείαν ἐν τῷ λαῷ· ἐπείπερ καὶ πειράζεσθαι ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ κατεδέξατο, καὶ πᾶσαν ταπείνωσιν καὶ πτωχείαν ὑπέμεινεν ἐν τῇ σαρκὶ αὐτοῦ· καθὼς καὶ περὶ τούτου ὁ μέγας ἱεροκήρυξ βοᾷ λέγων· «Τὸ γὰρ ἀδύνατον τοῦ νόμου, ἐν ᾧ ἠσθένει διὰ τῆς σαρκὸς, ὁ Θεὸς τὸν ἑαυτοῦ πέμψας Υἱὸν ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας, καὶ περὶ ἁμαρτίας, κατέκρινε τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκί.»
Μετάφραση
Και αυτόν η Γραφή τον ονόμασε Υιό του Υψίστου, όπως άλλωστε έχει ειπωθεί και στους Ψαλμούς, όπου ο Θεός λέει προς πολλούς: «Εγώ είπα, είστε θεοί, και όλοι υιοί του Υψίστου». Ελέγχοντας, λοιπόν, τον τρόπο σκέψης των αιρετικών δογμάτων γύρω από αυτά τα ζητήματα, και έχοντας την προθυμία να τον διορθώσουμε μέσω του παρόντος κηρύγματος, λέμε ότι ο Χριστός δεν είναι θεοφόρος άνθρωπος, αλλά σαρκοφόρος Θεός, διότι, όντας Θεός, ενδύθηκε τον άνθρωπο σε όλο το πλήρωμα της ανθρωπότητας: τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, όντας ένας κατά μία υπόσταση, και εκ δύο και εν δύο φύσεσι. Διότι αυτόν τον άνθρωπο, για τον οποίο λέμε ότι ενδύθηκε, ο Θεός και Πατέρας, με την ευδοκία του και με τη συνέργεια του Αγίου Πνεύματος κατά τη μία αυτουργία του Υιού, τον έχρισε με Άγιο Πνεύμα, παρέχοντάς του κάθε ενέργεια, και τον περιέζωσε με τη δύναμη του Υψίστου, ώστε να μπορεί να υπομένει την προσβολή κάθε αντίπαλης δύναμης και να επιτελεί κάθε θεραπεία μέσα στον λαό. Επειδή ακριβώς καταδέχθηκε να πειραστεί από τον Σατανά, και υπέμεινε κάθε ταπείνωση και φτώχεια στη σάρκα του. Όπως άλλωστε και γι' αυτό ο μέγας ιεροκήρυκας διακηρύττει λέγοντας: «Διότι εκείνο που ήταν αδύνατο για τον νόμο, επειδή ήταν ανίσχυρος εξαιτίας της σάρκας, ο Θεός, στέλνοντας τον δικό του Υιό με ομοίωμα αμαρτωλής σάρκας, και ως προσφορά για την αμαρτία, καταδίκασε την αμαρτία στη σάρκα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες