Εἰς τὸν στίχον. Δόξα. Ἦχος δʹ. Ἐν τῶ πυρὶ τῶν πειρασμῶν ἑκουσίως χωνευόμενος, ἐδοκιμάσθης ὥσπερ χρυσίον, παναοίδιμε Ἀλέξιε, τῶν οἰκειοτάτων τὴν παρόρασιν καὶ τὰς παρ’ αὐτῶν κακώσεις ἀσμένως ὑποδεχόμενος καὶ τοῦ ἐρωμένου δεσπότου φανταζόμενος τὸ κάλλος, σὺν τῷ ἀποστόλῳ ἐβόας· «τὶς ἡμᾶς χωρίσει ἐκ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ;» καὶ αὖθις· «οὐκ ἄξια τὰ τοῦ νῦν καιροῦ παθήματα πρὸς τὴν μέλλουσαν ἡμῖν δόξαν ἀποκαλύπτεσθαι»· ἧς καὶ τυχὼν ὡς ἐπόθεις πρέσβευε καὶ ἡμᾶς συμμετασχεῖν, τοὺς ἐν πίστει τὴν μνήμην σου ἑορτάζοντας.
Μετάφραση
Στον στίχο. Δόξα. Ήχος δ'. Καθώς χωνευόσουν με τη θέλησή σου στη φωτιά των πειρασμών, δοκιμάστηκες σαν το χρυσάφι, πανένδοξε Αλέξιε, αποδεχόμενος με χαρά την παραμέληση από τους πιο οικείους σου και τις κακουχίες από αυτούς, και αναλογιζόμενος την ομορφιά του αγαπημένου Δεσπότη, μαζί με τον απόστολο φώναζες: «ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού;» και πάλι: «τα παθήματα του τωρινού καιρού δεν είναι άξια να συγκριθούν με τη δόξα που πρόκειται να αποκαλυφθεί σε εμάς». Αφού λοιπόν την απέκτησες, όπως ποθούσες, πρέσβευε να συμμετάσχουμε και εμείς σε αυτήν, εμείς που γιορτάζουμε με πίστη τη μνήμη σου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες