τίς γὰρ ἡμᾶς» φησίν «χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ» (ὃς ἑρμηνεύεται χεὶρ τοῦ πατρὸς καὶ λόγος); «θλίψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα; καθὼς γέγραπται· ἕνεκεν σοῦ θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν, ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς· ἀλλ᾽ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς». ἀληθέστατα· ἵνα πληρωθῇ, καθὼς ἔφην, τό «ἐγὼ ἀποκτενῶ καὶ ζῆν ποιήσω, πατάξω κἀγὼ ἰάσομαι, καὶ οὐκ ἔστιν ὃς ἐξελεῖται» «ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ» πρὸς ἀπώλειαν. διὸ καὶ «ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς», ἵνα «ἀποθανόντες τῇ ἁμαρτίᾳ ζήσωμεν τῷ θεῷ». καὶ ταῦτα μὲν μέχρι τοσούτου διεσκέφθω· τὰ δὲ συνεχῆ τούτοις ὧδε πάλιν προχειριστέον. 39.
Μετάφραση
«Διότι ποιος», λέγει, «θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού» (ο οποίος ερμηνεύεται ως χέρι και Λόγος του Πατρός); «Θλίψη ή στενοχώρια ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότητα ή κίνδυνος ή μάχαιρα; Καθώς είναι γραμμένο: ένεκά σου θανατωνόμαστε όλη την ημέρα, θεωρηθήκαμε σαν πρόβατα προορισμένα για σφαγή· αλλά σε όλα αυτά υπερνικούμε διά μέσου εκείνου που μας αγάπησε». Πολύ αληθινά· για να εκπληρωθεί, όπως είπα, το «εγώ θα θανατώσω και θα δώσω ζωή, θα χτυπήσω και εγώ θα θεραπεύσω, και δεν υπάρχει κανείς που να αποσπάσει» «εμάς από την αγάπη του Θεού την εν Χριστώ» προς την απώλεια. Γι' αυτό και «θεωρηθήκαμε σαν πρόβατα προορισμένα για σφαγή», ώστε «αφού πεθάνουμε ως προς την αμαρτία, να ζήσουμε για τον Θεό». Και αυτά μεν ας έχουν εξεταστεί μέχρις εδώ· τα δε συνεχόμενα με αυτά πρέπει πάλι να τα παραθέσουμε ως εξής. 39.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες