Οὐ γὰρ δύναται πάντα εἶναι ἐν ἀνθρώποις, φησί. Διὰ τί; Ὅτι οὐκ ἀθάνατος υἱὸς ἀνθρώπου. Τί φωτεινότερον ἡλίου; Ἀλλ᾽ ὅμως καὶ τοῦτο ἐκλείπει. Καθάπερ οὖν ἐκεῖνο τὸ φῶς τὸ λαμπρὸν, τὴν ἀπαστράπτουσαν ἀκτῖνα σκότος ἐπελθὸν ἀποκρύπτει· οὕτω πολλάκις καὶ τὴν σύνεσιν τὴν ἡμετέραν, καθάπερ ἐν σταθηρᾷ μεσημβρίᾳ λάμπουσαν καὶ διαφαινομένην, ἐπελθοῦσα ἄνοια ἀπέκρυψε πολλάκις· καὶ ὁ μὲν σοφὸς τὸ δέον οὐ συνεῖδεν, ὁ δὲ ἐλάττων ἐκείνου πολλῷ ὀξύτερον ἐκείνου τοῦτο ἐφώρασε. Καὶ τοῦτο γίνεται, ἵνα μήτε ὁ σοφὸς ἐπαίρηται, μήτε ὁ εὐτελὴς ἑαυτὸν ταλανίζῃ. Μέγα ἀγαθὸν ἐλέγχους δύνασθαι φέρειν, μέγα ἀγαθὸν δύνασθαι ἐλέγχειν· τοῦτο κηδεμονίας μεγίστης. Νυνὶ δὲ ἂν μὲν ἴδωμεν ἄνθρωπον τὸν χιτωνίσκον ἔχοντα παραλελυμένον ἐκ πλαγίων, ἢ τὴν ἄλλην στολὴν κακῶς περικειμένην, διορθοῦμεν καὶ ὑπομιμνήσκομεν· ἂν δὲ ἴδωμεν αὐτοῦ τὴν ζωὴν παραλελυμένην, οὐδὲ λόγον προϊέμεθα. Ἂν ἴδωμεν αὐτοῦ τὸν βίον ἀσχήμονα ὄντα, παρατρέχομεν· καίτοι τὰ μὲν τῶν ἱματίων, μέχρι γέλωτος, τὰ δὲ τῆς ψυχῆς, μέχρι κινδύνου καὶ τιμωρίας ἐστίν. Ὁρᾷς τὸν ἀδελφὸν, εἰπέ μοι, κατὰ κρημνοῦ φερόμενον, ἠμελημένον ἔχοντα βίον, οὐ συνορῶντα τὸ δέον, καὶ οὐκ ὀρέγεις χεῖρα, οὐκ ἀνιστᾷς ἐκ τοῦ πτώματος; οὐκ ἐγκαλεῖς, καὶ ἐλέγχεις; ἀλλὰ τὸ μὴ προσκροῦσαι αὐτῷ καὶ φανῆναι ἐπαχθὴς προτιμᾷς τῆς ἐκείνου σωτηρίας;
Μετάφραση
Διότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν τα πάντα στους ανθρώπους, λέγει. Γιατί; Διότι ο υιός του ανθρώπου δεν είναι αθάνατος. Τι είναι πιο φωτεινό από τον ήλιο; Και όμως, ακόμη και αυτός εκλείπει. Όπως, λοιπόν, το σκοτάδι όταν έλθει αποκρύπτει εκείνο το λαμπρό φως και την αστραφτερή του ακτίνα, έτσι ακριβώς και τη δική μας σύνεση, παρόλο που λάμπει και διακρίνεται καθαρά όπως το καταμεσήμερο, πολλές φορές η ανοησία που επέρχεται την αποκρύπτει· και έτσι ο μεν σοφός δεν αντιλήφθηκε το πρέπον, ο δε κατώτερός του το διέκρινε πολύ πιο οξυδερκώς από εκείνον. Και αυτό συμβαίνει, για να μην υπερηφανεύεται ο σοφός, ούτε ο ταπεινός να οδύρεται για τον εαυτό του. Μεγάλο αγαθό είναι να μπορεί κανείς να υπομένει τους ελέγχους, μεγάλο αγαθό είναι να μπορεί να ελέγχει· αυτό αποτελεί δείγμα μέγιστης φροντίδας. Τώρα όμως, εάν μεν δούμε κάποιον άνθρωπο να έχει τον χιτώνα του λυμένο στα πλάγια, ή το υπόλοιπο ένδυμά του άσχημα φορεμένο, τον διορθώνουμε και του κάνουμε υπόδειξη· εάν όμως δούμε τη ζωή του να είναι παραλυμένη, δεν αρθρώνουμε ούτε λέξη. Εάν δούμε τον βίο του να είναι απρεπής, τον προσπερνάμε αδιαφορώντας· καίτοι τα μεν ελαττώματα των ενδυμάτων προκαλούν απλώς τον γέλωτα, τα δε της ψυχής οδηγούν στον κίνδυνο και την τιμωρία. Βλέπεις τον αδελφό σου, πες μου, να φέρεται προς τον γκρεμό, να διάγει παραμελημένο βίο, να μην αντιλαμβάνεται το πρέπον, και δεν του απλώνεις το χέρι, δεν τον σηκώνεις από την πτώση; Δεν τον εγκαλείς και δεν τον ελέγχεις; Αλλά προτιμάς το να μην έλθεις σε προστριβή μαζί του και να μη φανείς φορτικός, από τη δική του σωτηρία;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες