Εἰ δὲ λέγει μοι ὁ δι’ ἐναντίας ὅτι ὑπὲρ ἡμῶν ἐπειράσθη, ὅπως ἡμεῖς νικήσωμεν καὶ μὴ πειραζώμεθα, καὶ κατάρα γέγονεν, ἵνα τὴν ἡμετέραν κατάραν ἰάσηται, παρακαλῶ τῷ αὐτῷ κανόνι καὶ ἐπὶ τοῦ ἀνθρωπίνου θελήματος καὶ τῆς ἐνεργείας ἐν Χριστῷ στοιχήσετε καὶ δογματίσετε ὅτι ὁ καταδεξάμενος τὴν κατάραν καὶ τὸν πειρασμὸν τοῦ διαβόλου ὑπὲρ ἡμῶν ἵνα ταῦτα ἰάσηται, κατεδέξατο μετὰ τῶν λοιπῶν τῆς φύσεως ἡμῶν θεοκτίστων ἰδιωμάτων καὶ τὸ θεόφυτον τῆς ψυχῆς θέλημα, ἵνα τοῦτο ἰάσηται πρὸς τὸ μὴ θέλειν μήτε ποιεῖν τὰ τοῦ διαβόλου καὶ τῆς σαρκὸς θελήματα, ἀλλ’ ὑποκλίνεσθαι καὶ θέλειν τὸ τοῦ θεοῦ θέλημα. Ὁμοίως καὶ τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν τὴν κατ’ εἰκόνα αὐτοῦ οἰκειώσατο εἰς τὸ διδάξαι αὐτὴν μηκέτι ἐνεργεῖν καὶ πράττειν τὰ τῷ θεῷ μὴ ἀρέσκοντα. Ἡ μὲν γὰρ κατάρα οὐ θεόκτιστός ἐστιν, οὔτε ἡ ἁμαρτία, οὔτε ὁ πειρασμὸς ὁ ὑπὸ τοῦ διαβόλου, οὔτε ἡ ἀγωνία τοῦ θανάτου· οὔτε θάνατον ὁ θεὸς ἐποίησεν, οὔτε φθοράν, οὔτε ἀποφθορὰν ῥύσεως ἀνθρωπίνου σώματος. Καὶ λέγετε ὅτι πάντα ταῦτα Χριστὸς κατεδέξατο ἵνα ταῦτα ἰάσηται. Εἰ οὖν τὰ παρὰ φύσιν, ἅπερ οὐκ ἐποίησε, κατεδέξατο καὶ ἀνέλαβε καὶ οἰκειώσατο, ἃ δὲ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν αὐτοῦ ἐποίησεν ἐν τῇ ψυχῇ, τὴν θελητικὴν καὶ ἐνεργητικὴν αὐτῆς δύναμιν, οὐ κατεδέξατο, ἀλλ’ ὡς πονηρὰν ἀπεβάλετο, εὑρεθήσεται τὰ θεόκτιστα ὑπὲρ τὴν κατάραν καὶ τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὸν πειρασμὸν τοῦ διαβόλου μιαρώτερα καὶ ἀκαθαρτώτερα, οὐ μόνον ὡς ὑπὸ Χριστοῦ ἀποβληθέντα, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀνίατα καὶ ἀθεράπευτα ὑπ’ αὐτοῦ καταλειφθέντα. Εἰ δὲ ἀνίατος καὶ ἀπρόσληπτος καὶ ἀθεράπευτος ἔμεινεν ἡμῶν ἡ ψυχικὴ θέλησις καὶ ἐνέργεια, ἀσύγγνωστοι λοιπόν ἐσμεν καὶ ἀνίατοι οἱ τὴν ἁμαρτίαν θέλοντες καὶ ἐνεργοῦντες διὰ τῆς ἀθεραπεύτου ἡμῶν θελήσεως καὶ ἐνεργείας.
Μετάφραση
Αν όμως μου πει ο αντίπαλος ότι πειράσθηκε για χάρη μας, ώστε εμείς να νικήσουμε και να μη πειραζόμαστε, και ότι έγινε κατάρα, για να θεραπεύσει τη δική μας κατάρα, τον παρακαλώ να ακολουθήσει και εδώ τον ίδιο κανόνα και να ομολογήσει δογματικά, σχετικά και με το ανθρώπινο θέλημα και την ενέργεια στον Χριστό, ότι Αυτός που καταδέχθηκε για χάρη μας την κατάρα και τον πειρασμό του διαβόλου, για να θεραπεύσει αυτά, καταδέχθηκε μαζί με τα λοιπά θεόκτιστα ιδιώματα της φύσεώς μας και το θεόφυτο θέλημα της ψυχής, για να το θεραπεύσει κι αυτό, ώστε να μη θέλει ούτε να πράττει τα θελήματα του διαβόλου και της σάρκας, αλλά να υποκλίνεται και να θέλει το θέλημα του Θεού. Κατά τον ίδιο τρόπο, οικειώθηκε και τη δική μας ενέργεια, την κατ’ εικόνα Του, για να τη διδάξει να μην ενεργεί και να μην πράττει πλέον όσα δεν αρέσουν στον Θεό. Διότι η κατάρα δεν είναι θεόκτιστη· ούτε η αμαρτία, ούτε ο πειρασμός από τον διάβολο, ούτε η αγωνία του θανάτου· γιατί ο Θεός δεν έπλασε ούτε τον θάνατο, ούτε τη φθορά, ούτε τη διάλυση της ρεύσεως του ανθρώπινου σώματος. Κι όμως λέτε ότι όλα αυτά τα καταδέχθηκε ο Χριστός, για να τα θεραπεύσει. Αν λοιπόν καταδέχθηκε, ανέλαβε και οικειώθηκε τα παρά φύσιν, εκείνα δηλαδή που δεν έπλασε, ενώ όσα έπλασε μέσα στην ψυχή κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή Του, τη θελητική και ενεργητική της δύναμη, δεν τα καταδέχθηκε, αλλά τα απέρριψε ως πονηρά, τότε θα βρεθούν τα θεόκτιστα πιο μιαρά και πιο ακάθαρτα από την κατάρα και την αμαρτία και τον πειρασμό του διαβόλου, όχι μόνο επειδή απορρίφθηκαν από τον Χριστό, αλλά και επειδή αφέθηκαν από Αυτόν αθεράπευτα και ανίατα. Και αν η ψυχική μας θέληση και ενέργεια έμεινε ανίατη, απρόσληπτη και αθεράπευτη, τότε είμαστε λοιπόν ασυγχώρητοι και ανίατοι εμείς που θέλουμε και πράττουμε την αμαρτία μέσω της αθεράπευτης θελήσεως και ενεργείας μας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Κεφάλαιον [ϛʹ] ἐν ᾧ αἱ ἀντιθέσεις τῶν ἐναντίων εὐσεβῶς σαφηνίζονται ὑφ’ ἡμῶν.}