Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Πανοσιολ. Ἀρχιμ. Νικολάου Ἰ. Πρωτοπαπᾶ, νῦν Σεβ. Μητροπολίτου Φθιώτιδος

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 111 από 214

Γιά τό μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ τοῦ ἐπιλεγομένου Γέροντος στή βόρεια Εὔβοια καί γιά τόν Ἡγούμενό του Γέροντα Ἰάκωβο, πολλά εἴχαμε ἀκούσει σέ συντροφιές φίλων πού, εἶχαν ἀξιωθεῖ νά τό ἐπισκεφθοῦν. Πάντοτε μιλοῦσαν μέ πολύ σεβασμό καί τό περιέγραφαν μέ τά πιό ἐντυπωσιακά λόγια. Ὁ πόθος λοιπόν νά γνωρίσουμε αὐτόν τόν ἅγιο τόπο καί νά ζήσουμε ἔστω γιά λίγες ὧρες τήν πνευματικότητά του ὡδήγησε τά βήματά μας ἐκεῖ.

Εἴχαμε ξεκινήσει ἀπό τήν Ἀθήνα τό πρωί. Τρεῖς φοιτητές τῆς Θεολογίας. Στήν πορεία μας πρός τόν Ὅσιο Δαυΐδ σταματήσαμε ἐνδιάμεσα στήν Χαλκίδα καί στό Νέο Προκόπιο Εὐβοίας, ὅπου προσκυνήσαμε τό χαριτόβρυτο λείψανο τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσσου. Μετά τήν ὡραία παραθαλάσσια κωμόπολη τῆς Λίμνης πήραμε τόν ἀνήφορο γιά τό Μοναστήρι. Τό τοπίο ἦταν μαγευτικό, καταπράσινο, μέ πανέμορφες βουνοπλαγιές καί ὁλάνθιστα ξέφωτα. Ψηλά, πολύ ψηλά ἀνάμεσα σέ πανύψηλα πεῦκα μέ θέα πρός τόν Εὐβοϊκό κόλπο ἀγναντέψαμε τό μοναστηριακό οἰκοδόμημα, τό πνευματικό κέντρο τῆς περιοχῆς, τό ὁποῖο ὁ φιλομόναχος ζῆλος τοῦ Ὁσίου καί ἡ εὐλάβεια τῶν φιλελεημόνων χριστιανῶν πρό πολλῶν αἰώνων εἶχε οἰκοδομήσει. Δέν εἶχε τήν μεγαλοπρέπεια τῶν Βυζαντνῶν μοναστηριῶν, οὔτε παρουσίαζε ἐντυπωσιακή ἀρχιτεκτονική. Ἦταν ἁπλό, καλλίγραμμο καί γραφικό, ὅπως ἁπλοί καί χαριτωμένοι ἦταν οἱ μοναχοί του. Μέ συστολή κτυπήσαμε τήν ἐξώθυρα. Σέ λίγο ἀκούστηκαν βήματα ἀπό τήν αὐλή καί παρουσιάστηκε ἕνας μεσόκοπος μοναχός μέ πλούσια γενειάδα καί μορφή βυζαντινῆς ἁγιογραφίας, μᾶς καλωσόρισε καί μᾶς ὁδήγησε στό καθολικό τῆς Μονῆς γιά νά προσκυνήσουμε τόν Ὅσιο. Καθώς εἰσήλθαμε στόν ναό μιά ἄρρητη εὐωδία πλημμύρισε τήν ψυχή μας. Δέν ἦταν συνηθισμένο ἄρωμα, οὔτε λουλούδια, οὔτε μοσχοθυμίαμα. Ἦταν, ὅπως στήν σύντομη ξενάγηση μᾶς ἐξήγησε ὁ μοναχός, τό καλωσόρισμα τοῦ Ἁγίου. Στά δεξιά τῆς Παναγίας τοῦ τέμπλου ἦταν ἡ εἰκόνα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ τόσο ζωντανή, λές καί θά σοῦ μιλοῦσε. Ἐκεῖ μπροστά στάθηκε ὁ Γέροντας, φόρεσε τό ἐπιτραχήλιό του καί ἀνέπεμψε δέηση στόν Ὅσιο. Ὕστερα ἄνοιξε τήν λειψανοθήκη ὅπου φυλάσσονται τά ἅγια λείψανα καί ψάλλοντας τό τροπάριο τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ πῆρε τήν ἁγία Κάρα καί μᾶς τήν προσέφερε νά τήν ἀσπασθοῦμε. Πόση ἀγαλλίαση αἰσθανθήκαμε καθώς τά χείλη μας ἄγγιζαν τήν θεομένη κεφαλή τοῦ ἁγίου ἀσκητοῦ. Τό ἄρωμά της λές κι ἦταν πνοή νέας ζωῆς πού ἐκείνη τήν στιγμή πλημμύριζε τήν ὕπαρξή μας. «Ὁ Γέροντας εἶναι ὁλοζώντανος ἐδῶ, τόν αἰσθανόμαστε ἀνάμεσά μας, τόν βλέπουν οἱ πατέρες νά κυκλοφορεῖ μέσα στό μοναστήρι», εἶπε μέ ἱερή καύχηση ὁ μοναχός. Κι ἄρχισε νά μᾶς ἐξιστορεῖ τή ζωή, τοῦ ἁγίου, τά θαύματά του, τίς ἐμφανίσεις του μέ τέτοια γλαφυρότητα πού δέν καταλάβαμε πῶς πέρασαν δυό ὁλόκληρες ὧρες. Εἴχαμε σαγηνευθεῖ ἀπό τά λόγια τοῦ ἁπλοῦ μοναχοῦ κι ἀπό τήν ἀκτινοβόλο μορφή του πού καθώς στεκόταν δίπλα στήν εἰκόνα τοῦ Ὁσίου τόσο τοῦ ἔμοιαζε λές κι ἔβλεπες τόν ἴδιο τόν Ἅγιο. Ἡ πλούσια γενειάδα, ἡ γλυκύτητα καί ταπεινότητα τοῦ προσώπου, ἡ καθαρότητα τῶν ὀφθαλμῶν καί ἡ χάρη τῶν λόγων δέν ἦταν ἄλλο παρά ἡ ἀποτύπωση τῶν χαρισμάτων τοῦ Ὁσίου στόν Ἡγούμενο τοῦ μοναστηριοῦ του. Ὁ μοναχός ἐκεῖνος ἦταν ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἀρχιμανδρίτης Ἰάκωβος. Ὅταν τό ἀντιληφθήκαμε, ζητήσαμε νά μᾶς ἀφιερώσει ἀκόμα λίγο χρόνο γιά νά μᾶς μιλήσει γιά τή μοναχική ζωή καί γιά πνευματικά ζητήματα, τά ὁποῖα μᾶς ἀπασχολοῦσαν. Δέχθηκε μέ παιδική ἁπλότητα κι ἀφοῦ πρῶτα μᾶς πρόσφερε πλούσια τήν φιλοξενία τῆς τράπεζας, ὕστερα μᾶς παρέθεσε τήν φιλοξενία τῆς διδαχῆς.

Ἦταν ἁπλός στίς ἐκφράσεις του καί πολύ πειστικός. Δέν διέθετε θεολογικές γνώσεις τοῦ σπουδαστηρίου, γιατί δέν εἶχε σπουδάσει Θεολογία, ἀλλά τήν ἐμπειρική θεολογία τῆς σιωπῆς καί τῆς Λειτουργικῆς ζωῆς, τήν ὁποία ζοῦσε ἀπό μικρό παιδί. Ὅσα ἔλεγε ἦταν βγαλμένα μέσα ἀπό τήν πράξη. Ἦταν ξεχείλισμα τῆς δικῆς του ζωῆς. Ἦταν «δρόσος τοῦ πνεύματος» πού ἔβγαινε ἀπό «ἀγαπῶσα καρδία». Ἡ διδασκαλία του εἶχε παρακλητικό ὕφος, γι’ αὐτό καί ἀνέπαυε ἀκόμα καί τό πιό δύστροπο. Καθώς μᾶς μιλοῦσε χαιρόταν –αἰσθάνεται ἱερό χρέος ὅταν ἀπευθύνεται σέ φοιτητές τῆς θεολογίας– καί δέν εἶχε τή διάθεση νά διακόψει ἄν ἐν τῶ μεταξύ δέν ἀκουγόταν κτῦποι στήν ἐξώθυρα τῆς Μονῆς. Ἦταν οἱ δυό πατέρες τοῦ μοναστηριοῦ ὁ παπα-Κύριλλος καί ὁ γερο-Σεραφείμ, πού ἀπό τό πρωί εἶχαν ἀσχοληθεῖ στά κτήματα. Ἔβαλαν μετάνοια στόν Γέροντα καί ἀποσύρθηκαν στά κελλιά τους γιά νά ἑτοιμασθοῦν γιά τή βραδυνή τράπεζα. «Εἴμαστε τρεῖς ἀδελφοί», εἶπε ὁ Ἡγούμενος «καί οἱ δουλειές εἶναι πολλές. Ἐκτός ἀπό τό Μοναστήρι ἔχουμε καί τά γύρω χωριουδάκια, τά ὁποῖα ἐξυπηρετοῦμε πνευματικά. Συνεχίζουμε τήν παράδοση, ὅπως μᾶς τήν δίδαξε ὁ Ὅσιος Δαυΐδ».

Τρεῖς μοναχοί πιστοί στόν κανόνα τους, πρόθυμοι στήν διακονία τοῦ ἀνθρώπου, ἐργάτες στά κτήματα, ἀκούραστοι στή φιλοξενία, ἀκοίμητοι στήν ἀγρυπνία τῆς προσευχῆς. Τρεῖς ἐπίγειοι ἄγγελοι, πού ἀδιάκοπα ὑμνολογοῦν μέ τό λόγο καί τήν πράξη τήν Ἁγία Τριάδα καί τιμοῦν τόν πατέρα καί Γέροντά τους Ὅσιο Δαυΐδ.

Μετά τήν Τράπεζα καί τό Ἀπόδειπνο ἀποσυρθήκαμε στά κελλιά μας, τά ὁποῖα ὁ παπα-Κύριλλος μᾶς εἶχε ἑτοιμάσει καί ἀναπαυθήκαμε μέχρι τά ξημερώματα, ὅταν μᾶς ξύπνησε τό τάλαντο καί οἱ χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες.

Στήν ἐκκλησία ἔψαλλαν οἱ δυό πατέρες καί λειτουργοῦσε ὁ Ἡγούμενος. Πλησιάσαμε κι ἐμεῖς τό ψαλτήρι καί βοηθήσαμε στα Ἀναγνώσματα. Μεγαλοπρεπής ὁ Γέροντας, κατανυκτικοί οἱ ψαλτάδες, ἐπιβλητική ἡ σιωπή, γαλήνιο τό περιβάλλον. Λειτουργία μέ ἕξι ἄτομα. Καί μέ προεξάρχοντα τόν Ὅσιο Δαυΐδ πού ἀπό τό τέμπλο παρακολουθοῦσε τά τελούμενα. Εἶχε δίκιο ὁ Ἡγούμενος πού μᾶς εἶπε, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Ὁσίου εἶναι ὁλοζώντανη. Τό νοιώσαμε κι ἐμεῖς σ’ ἐκείνη τήν οὐράνια μυσταγωγία. Τό ἅγιο βλέμμα του μᾶς ἀγκάλιαζε πατρικά. Τό ἄνοιγμα τοῦ τέμπλου λές κι ἦταν παράθυρο τοῦ οὐρανοῦ, μέσα ἀπό τό ὁποῖο ὁ Ὅσιος ἐπόπτευε τήν Μονή του.

Ἄς εἶχαν περάσει τόσοι αἰῶνες ἀπό τήν ἐκδημία του. Ὁ ἅγιος Γέροντας δέν ἀποχωρίστηκε τόν τόπο τῆς σωτηρίας του, γιά τόν ὁποῖο ἐμόχθησε. Μέσα στή Θεία Λειτουργία, στό μυστήριο τῆς ἑνότητας φθαρτοῦ καί ἀφθάρτου, γῆς καί οὐρανοῦ τό ζήσαμε ἔντονα καί καθολικά.

Εἶχε πιά ἀνατείλει ὁ ἥλιος, ὅταν τελείωσε ἡ θεία Λειτουργία. Μετά τό ἀντίδωρο καί τό πρωινό πού πήραμε στήν καταστόλιστη ἀπό ἄνθη αὐλή ζητήσαμε τήν εὐχή τῶν πατέρων καί ἀναχωρήσαμε ἐνθουσιασμένοι καί συγκινημένοι ἀπό ὅσα γνωρίσαμε καί ζήσαμε ἐκεῖ. Μιά τέτοια ἐπίσκεψη γιά μᾶς ἄξιζε ὅσο πολλές ὧρες μελέτης καί πανεπιστημιακῆς ἀκροάσεως. Στή Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ γνωρίσαμε τό γνήσιο μοναχικό πνεῦμα τῆς ἁπλότητας, τῆς ἀγάπης καί τῆς Λειτουργικῆς ζωῆς.

Ἡ ἐμπειρία τῆς πνευματικῆς συντυχίας πού ζήσαμε στή Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ ἦταν κάτι πού σφράγισε τήν ζωή μας.