Ψυχωφελές κείμενο
«Ἔμοιαζε εἴτε μέ ἐπίγειο ἄγγελο ἤ μέ οὐράνιο ἄνθρωπο...»
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Πανοσ. Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαθανασίου, Ἱεροκήρυκος Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, νῦν Μητροπολίτου Μάνης Μορφή ἁγία ὑπῆρξε ὁ ἀείμνηστος γέροντας Ἰάκωβος (Τσαλίκης), φωτεινός φάρος τῆς νεώτερης πνευματικῆς ζωῆς στόν ἑλλαδικό χῶρο. Γέροντας γνήσιος, ἀληθινός ὄχι σύμφωνα μέ τά κριτήρια τοῦ κόσμου, ἀλλά σύμφωνα μέ τά κριτήρια τοῦ Θεοῦ. Δέν θά ἦταν ὑπερβολή νά ὑπογραμμίσουμε, ὅτι τό πνευματικό ἀνέβασμα τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας στήν νεοελληνική κοινωνία ὀφείλεται σέ μεγάλο βαθμό καί στό εὐωδιαστό ἄνθος τῆς παρουσίας τοῦ Γέροντος Ἰακώβου. Ὁ ἀείμνηστος, ἁπλοῦς, ταπεινός, γαλήνιος ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς, τῆς καταλλαγῆς καί τῆς ἀφοσίωσης στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, διεμόρφωσε χωρίς νά τό ἐπιδιώξει κλίμα εὐλάβειας καί βαθειᾶς εὐσέβειας, πού μέχρι καί σήμερα ἔχει διατηρηθεῖ σ’ ὅσους τόν γνώρισαν. Μά καί ὅσοι δέν τόν γνώρισαν, ἀλλά ἄκουσαν γι’ αὐτόν, προσκύνησαν στόν τάφο του καί διάβασαν τόν βίο του, δέν ἔμειναν ἀδιάφοροι. Ἡ πνευματική του φυσιογνωμία τούς ἄγγιξε, τό ἦθος του τούς δίδαξε, ἡ μορφή του ζέστανε τίς καρδιές τους.
Ἡ ζωή τοῦ Γέροντα ἐκεῖ στήν Εὔβοια στό μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, τοῦ ἀγαπημένου του Ἁγίου, ἦταν πολύ ἁπλή καί μοναδική. Αὐτή ὅμως ἡ ἁπλότητα καί ἡ μοναδικότητα ἔκρυβαν ἕνα μυστήριο. Ἔκρυβαν τό ἱερό μυστήριο, πού βίωνε ὁ Γέροντας μέ τήν ἁγία του κατά πάντα ζωή. Πόσες καί πόσες φορές δέν τόν εἶδαν οἱ πιστοί γονατιστό μπροστά ἤ δίπλα στήν Ἁγία Τράπεζα, νά εἶναι ὅλος δάκρυα, ἐξαγνισμένος καί μεταρσιωμένος, ἀφοσιωμένος στόν Κύριόν του καί Θεόν, στόν Ἠγαπημένο Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας! Καί ὁ Γέροντας ἔμοιαζε εἴτε μέ ἐπίγειο ἄγγελο ἤ μέ οὐράνιο ἄνθρωπο…
Ἀλλά δέν διακρινόταν μόνον ὡς λειτουργός τοῦ Ὑψίστου. Ἦταν ἔξοχος πνευματικός πατέρας, κοντά στόν ὁποῖο πολλοί ἄνθρωποι βρῆκαν πνευματική καθοδήγηση, εἰρήνη στήν ψυχή τους, λύση στά προβλήματά τους, καί ἔνοιωσαν ἀληθινές στιγμές πνευματικῆς ἀναβάσεως. Οἱ παραινέσεις του ἦταν βάλσαμο παρηγοριᾶς, γραμμή πλεύσεως, ἠθικό στήριγμα, ἀπαλλαγή πειρασμῶν, ἐγγύηση ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς. Ἀπό παντοῦ, ἐπειδή ἦταν τόσο γνωστός, κατέφθαναν στό κελλί του ἑκατοντάδες ἄνθρωποι, γιά νά δοῦν τόν Γέροντα, νά τοῦ μιλήσουν, νά ἐξομολογηθοῦν, νά εὐλογηθοῦν. Γι’ αὐτό καί ὁ π. Ἰάκωβος μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ ὡς ὁ Γέροντας πού θήτευσε στήν ἀδιάκοπη μετά δακρύων λατρεία τοῦ Θεοῦ καί στήν ἄδολη καί πλούσια διακονία τῶν συναθρώπων του. Τό
«μέ συγχωρεῖτε» καί τό «ἄν θέλει ὁ Ὅσιος Δαυΐδ» ἦταν κάθε λεπτό στά χείλη του. Τό ἤρεμο χαμόγελο στό πρόσωπό του. Ἡ ἀγάπη πρός ὅλους ἀνεξαιρέτως πηγαία, ἐκφραστική, δημιουργική, προφητική.
Ἀπ’ αὐτή τήν ἁγία μορφή σαγηνεύτηκαν ἄνθρωποι καί ἄνθρωποι, μικροί καί μεγάλοι, μορφωμένοι καί ὀλιγογράμματοι, ἀρεοπαγίτες καί ἁπλοί βιοπαλαιστές. Καί αὐτό, γιατί ἦταν ὁ ἄξιος ποιμένας τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Στή σύγχρονη κοινωνία μας μόνο τέτοιες ἅγιες μορφές μποροῦν νά σπάσουν τήν πλαστή διαμόρφωση τῆς ζωῆς καί μόνο γέροντες προφητικοί, ὅπως ὁ Γέροντας τῆς Εὐβοίας, μποροῦν νά δώσουν τό ἄλλο πνευματικό μέγεθος τῆς γνήσιας ζωῆς.
«Εἰς μνήμην Γέροντος Ἰακώβου»
Καθηγουμένου Ἱ. Μονῆς Κουτλουμουσίου Ἁγίου Ὄρους Ἀρχιμ. Χριστοδούλου Πρόκληση γιά τήν ἐλαχιστότητά μου ἡ παράκληση τοῦ π. Μωϋσῆ νά καταγράψω μνῆμες τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας ἀπό τήν προσωπική μου ἐμπειρία κοντά στόν πατέρα Ἰάκωβο, τόν Γέροντα τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ τοῦ Γέροντος, ὁ ὁποῖος ἐδῶ καί λίγες μέρες μετέστη ἀπό τήν κοιλάδα τῶν δακρύων πρός Ἐκεῖνον πού τόσο ἀγάπησε στήν ζωή του. Ἦταν ὁ πρῶτος πνευματικός μου, ὁ πρῶτος ἀπό τόν ὁποῖο διδάχθηκα πῶς νά προσεύχομαι καί πῶς νά πιστεύω, ἐκεῖνος πού ἔγινε ἡ γέφυρα γιά νά περάσω ἀπό ἐννέα ἐτῶν σ’ ἕναν ἄλλο κόσμο.
Τότε, ἀρχές τοῦ ’52, ἀκούσθηκε στά Δαμιά τῆς Εὐβοίας ὅτι ἕνας νέος Μικρασιάτης εἶχε ἔλθει στό Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, τό ὁποῖο ἦταν ἀκόμη ἐρείπιο. Μετά ἀπό λίγο διάστημα ἄκουσα ὅτι ἐκάρη μοναχός. Τόν ἐπισκέφθηκα μέ τήν οἰκογένειά μου. Μᾶς καλοδέχθηκε, συζήτησε μαζί μας, μᾶς ἔδωσε εὐλογίες. Ἀπό τότε ἄρχισα νά πηγαινοέρχομαι στό Μοναστήρι διότι εἶχε κάνει ἐντύπωση στήν παιδική μου ψυχή ἡ ἀσκητική του μορφή. Μετά ἀπό λίγο καιρό ὁ π. Ἰάκωβος ἐπιστρέφοντας μαζί μέ τόν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς ἀπό τήν Χαλκίδα, ὅπου χειροτονήθηκε διάκονος καί πρεσβύτερος, κατέλυσαν στό σπίτι μας.
Τά Χριστούγεννα λειτούργησε στό χωριό μας καί τόν διακονοῦσα στό Ἱερό. Ἔχω εἰκόνες μέ ἀνεξίτηλα χρώματα. Φοροῦσε πολύχρωμα καί βαρύτιμα ἄμφια, ἡ φωνή του ἦταν σοβαρή καί μελιστάλακτη, ἡ ὅλη παρουσία του ἀρχοντική καί ἱεροπρεπής, καί καθώς τόν παρατηροῦσες νόμιζες πώς ἔβλεπες μιά βυζαντινή τοιχογραφία πού ἔλαβε σάρκα καί πνεῦμα, ὅπως αὐτές πού ὑπῆρχαν στήν κατακόμβη τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἐπέδρασε ἡ μορφή τοῦ Γέροντα στήν ψυχή μου καί κατηύθυνε τήν σκέψη μου, ὥστε σταθερά πιά πῆρα τίς ἀποφάσεις μου. Κι ὅμως ὁ ἴδιος δέν εἶχε κάνει καμμιά νύξη περί μοναχισμοῦ ἤ ἱερωσύνης. Ὅταν τοῦ φανέρωσα τόν λογισμό μου συγκινήθηκε. Πρόσθεσε ὅμως, «θά τελειώσεις τό σχολεῖο σου, θά ὑπηρετήσεις στόν στρατό καί στό διάστημα αὐτό θά κάνεις ὑπομονή καί προσευχή νά γίνει τό θέλημα τοῦ Κυρίου καί τοῦ Ἁγίου».
Τόν ἔζησα ἀπό πολύ κοντά. Ἦταν ἀγωνιστής, λιτοδίαιτος, ἁπλοῦς καί εὐγενής. Εἶχε τήν λαϊκή εὐσέβεια μέ βαθειά πίστη. Τό κελλί του ἦταν λιτό. Ἕνα σανιδένιο κρεββάτι μέ μιά τσέργα, ἕνα τζάκι κι ἕνα σκαμνί. Ἐκεῖ, ἰδίως τά πρῶτα χρόνια, διαβάζαμε ἀπόδειπνα, χαιρετισμούς καί παρακλήσεις. Ἔμπαινα στό κελλί καί τόν ἔβλεπα γονατιστό μπροστά στόν Ἐσταυρωμένο. Γονάτιζα κι ἐγώ δίπλα του. Μέ ρωτοῦσε τί ἔλεγα καί μοῦ ὑποδείκνυε τί νά παρακαλῶ στήν προσευχή μου. Τό τζάκι του πολύ σπάνια ἔβλεπα νά ἀνάβει, κι ὅταν τόν ρώτησα γιατί, ἀποκρίθηκε ὅτι «ἅμα ταλαιπωροῦμε και γυμνάζουμε τό σῶμα, βοηθούμεθα καί πνευματικά» καί «νά ὑποφέρουμε καί μεῖς λίγο, ὁ Χριστός τόσα ὑπέφερε γιά μᾶς». Ὅταν φιλοξενεῖτο στό σπίτι μας, ἡ μητέρα ἔστρωνε τά καλύτερα σκεπάσματα γιά νά περιποιηθεῖ τόν Γέροντα, γιατί μᾶς ἔλεγε ὅτι ἦλθε ὁ Χριστός στό σπίτι μας. Τό πρωί ὅμως τά ἔβρισκε ἄθικτα, σιδερωμένα, ὅπως τά εἶχε στρώσει. Ἕνα βράδυ ἄνοιξα τήν πόρτα και τόν εἶδα νά κάθεται στήν ἄβολη πολυθρόνα τοῦ δωματίου. Εἶχε γείρει καί ἀκουμποῦσε τό κεφάλι του στό χέρι του. Ὅταν μέ ἀντελήφθη, σηκώθηκε, γονατίσαμε καί προσευχηθήκαμε. Τό πρωί ἀναγκάσθηκε καί εἶπε στήν μητέρα μου «Σᾶς παρακαλῶ, ἄν θέλετε νά ξεκουράζομαι λίγο, νά στρώνετε ὅ,τι πιό παλιό ἔχετε».
Μέ συμβούλευε νά ἔχω ἀγάπη μέ ὅλους καί πικραινόταν ἀφάνταστα, ὅταν ἔβλεπε νά λείπει ἡ ἀγάπη ἀπό τούς ἄλλους. Γι’ αὐτό καί ὑπέφερε πολλές ἀρρώστιες. Δέν πίκραινε, δέν στενοχωροῦσε κανέναν, ὅλους προσπαθοῦσε νά τούς ἀναπαύει. Στήν ἐξομολόγηση ἦταν συγκαταβατικός καί ὑπομονετικός, καί παρουσίαζε πολλές ἁμαρτίες ὡς δικές του γιά νά δίνει θάρρος καί ἄνεση. Δέν στεκόταν στήν ἁμαρτία, τήν ξεχώριζε ἀπό τόν ἁμαρτάνοντα, δέν κατέκρινε. Ἀπ’ αὐτόν ὅμως ἄκουσα πόσο ὁ Χριστός στεναχωρεῖται, ὅταν ἁμαρτάνουμε. Ὁ Χριστός εἶναι πατέρας μας, ἀδελφός καί φίλος μας, ὅπως ἦταν κι ὁ Γέροντας γιά μένα. Ἔνοιωθα πώς ἦταν ὁ μεγάλος ἀδελφός, πατέρας καί φίλος. Ὁ ἴδιος μέ τήν ἁπλότητα, σεμνότητα καί ἐλευθερία πού χαρακτήριζαν τήν σκέψη, τόν λόγο καί τούς τρόπους του, δημιουργοῦσε τέτοιο κλίμα, ὥστε θέλοντας καί μή τόν ἀγαποῦσες κι ἐπιθυμοῦσες νά εἶσαι συνεχῶς κοντά του.
Ἐκεῖνα τά Χριστούγεννα πού μνημόνευσα, καθώς ἔφευγε ἀπό τό σπίτι, μέ ἔστειλαν νά «παραβγάλω τόν Γέροντα». Ἀνέβηκε στό μουλάρι του κι ἐγώ τόν ἀκολουθοῦσα, ἐνῶ ἀφηγεῖτο ἱστορίες. Κατά διαστήματα διέκοπτε καί μοῦ ἔλεγε νά γυρίσω πίσω. Ἐκεῖνος ὅμως μέ εἶχε ἁλιεύσει. Ὥσπου φθάσαμε στό Μοναστήρι.
Ὁ πατήρ Ἰάκωβος εἰσέβαλε στήν ζωή μου καί ἔπαιξε ἀποφασιστικό ρόλο. Γι’ αὐτό καί δέν θά ἀποχωριζόμουν ποτέ τό Μοναστήρι, ἐάν δέν εἶχε τακτοποιήσει ἀλλιῶς τά κατ’ ἐμέ ὁ τά πάντα οἰκονομῶν καί κατευθύνων Κύριος. Αὐτό ἦταν ἕνας ἐλάχιστος φόρος τιμῆς γιά σένα πάτερ Ἰάκωβε, στόν ὁποῖο συμπεριέλαβα μόνο ἐκεῖνα πού μποροῦν νά λεχθοῦν, κι ἄφησα ἄλλα γιά τόν Θεό. Ἐδῶ καί δεκαπέντε χρόνια δέν ξανασυναντηθήκαμε, σωματικῶς τουλάχιστον. Ἐλπίζω, ἄν ἔχω παρρησίαν πρός Κύριον, νά σέ συναντήσω πάλι στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ.
«Μνήμη δικαίων μετ’ ἐγκωμίων»
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.