Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

«Ἐκεῖ στή Βόρειο Εὔβοια...»

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 116 από 214

Παναγιώτας Κοσμᾶ, ἐκπαιδευτικοῦ

Εἶχα τήν τύχη καί τή μεγάλη εὐλογία νά γνωρίσω τόν π. Ἰάκωβο, τόν μακαριστό Γέροντα, ἀπό τά πρῶτα κιόλας παιδικά μου χρόνια. Ἐκεῖ στή Βόρεια Εὔβοια, ἀνάμεσα στά χωριά Φαράκλα καί Στροφυλλιά, ἦταν ὁ νερόμυλος τοῦ μπαρμπαΧρήστου, τοῦ παπποῦ μου, πού ἀπεῖχε ἀπ’ τή Φαράκλα τουλάχιστον μιά ὥρα δρόμο.

Σ’ αὐτόν, λοιπόν, τό μύλο ἐρχόταν τακτικά «ὁ Γιάκωβος» ἀπό τά πρῶτα κιόλας χρόνια, πού ἡ οἰκογένειά του ἐγκαταστάθηκε στή Φαράκλα. Στήν ἀρχή μέ τή μητέρα του, τήν κυρά Θοδώρα, και ἀργότερα σά μεγάλωσε μόνος του εἴτε μέ τό ζῶο εἴτε μέ τά πόδια φορτωμένος ὁ ἴδιος τό λιγοστό σιτάρι ἤ καλαμπόκι, γιά νά τό ἀλέσει. Ἄφηνε τό «ἄλεσμα» καί περίμενε. Τό καλοκαίρι στήν αὐλή, κάτω ἀπ’ τή μουριά καί τό χειμώνα μέσα στό σπίτι, δίπλα στό τζάκι. Ἐκεῖ, δίπλα στό τζάκι ἦταν τό παράθυρο τοῦ δωματίου, στήν ἐσοχή τοῦ ὁποίου ὁ παππούς μου εἶχε στήσει τή μικρή βιβλιοθήκη του. Καμιά δεκαριά ὅλα κι ὅλα ἐκκλησιαστικά βιβλία χοντρά, μαῦρα, πανόδετα μέ χρυσά γράμματα, ξεθωριασμένα ἀπό τήν πολυκαιρία. Μερικά μάλιστα ἦταν κολλημένα μέ ἀλευρόκολλα, μιᾶς καί το ἀλεύρι περίσσευε στό μύλο. Ὁ «Συνέκδημος», ἡ «Ὀκτάηχος», ἡ «Ἱερά Σύνοψη» καί τό ἄλλο τό μεγάλο ὁ «Ἰωάννης Δαμασκηνός». Τά βιβλία αὐτά ἀποτέλεσαν τά πρῶτα ἀναγνώσματα τοῦ π. Ἰακώβου, μόλις ἔμαθε τά πρῶτα του γράμματα. «Ἡ βιβλιοθήκη» τοῦ παπποῦ λειτούργησε σάν δανειστική βιβλιοθήκη. Ἔφερνε τό ἕνα βιβλίο κι ἔπαιρνε τό ἄλλο. Μιλοῦσε μέ τόν παππού καί ἀργότερα μέ τόν πατέρα μου, τόν κυρ-Βασίλη, γιά τίς γιορτές, τίς νηστεῖες καί γιά τούς «πλάγιους ἤχους».

Μιά μέρα, ἦταν στά μέσα Αὐγούστου, ὁ Γιάκωβος ἦρθε στό μύλο στενοχωρημένος.

«Ἄχ! κυρ-Βασίλη μου, ἀπόψε μᾶς ἔκλεψαν τά καλαμπόκια ἀπ’ τό ἁλώνι, πού τά φυλάγαμε μέ τόν ἀδελφό μου τόν Γιῶργο. Μᾶς πῆρε ὁ ὕπνος καί μᾶς τά πῆραν κι ὁ Γιῶργος θύμωσε πολύ. Αὐτός πού τά πῆρε, σίγουρα θά ἔχει μεγαλύτερη ἀνάγκη ἀπό ἐμᾶς, ἀλλά ὁ Γιῶργος δέν τό καταλαβαίνει αὐτό». Δέν τόν στενοχώρησε τό ὅτι τούς πῆραν τά καλαμπόκια, ἀλλά ὁ θυμός τοῦ ἀδελφοῦ του. Τόση ἀνεξικακία, τόση πραότητα, ἠρεμία καί γαλήνη!

Ἡ λεπτή φωνή του ἦταν τόσο γλυκιά καί μελωδική, πού σταματούσαμε τό παιχνίδι μέ τ’ ἀδέλφια μου, γιά νά τόν ἀκοῦμε νά μιλάει. Καί τί ὡραῖα πού πρόφερε τό λάμδα καί τό νί! Ἀλλά καί τή μητέρα μου, τήν κυρία Ἑλένη, ἐκτιμοῦσε πολύ και τῆς ἐμπιστεύονταν τούς προβληματισμούς του, τίς δυσκολίες του καί τόν διακαῆ πόθο του γιά τό ὑψηλό λειτούργημα τοῦ Ἱερέα, καθώς μάλιστα γνώριζε ὅτι καί ἡ ἴδια καταγόταν ἀπό οἰκογένεια Ἱερέων πάππου πρός πάππου.

Ἐκεῖ, λοιπόν, δίπλα στό τζάκι, μιά χειμωνιάτικη μέρα κι ἐνῶ περίμενε νά γίνει τό «ἄλεσμα» ἄκουσα τόν π. Ἰάκωβο νά λέει μέ τήν χαρακτηριστική μικρασιατική προφορά του:

«Κυρία Ἑλένη μου, ἀπό μικρό παιδί ἔβαζα τό μαῦρο μαντήλι τῆς μητέρας μου στό κεφάλι μου, ἔπαιρνα καί τό λιβανιστήρι και νόμιζα ὅτι ἤμουν Ἱερέας».

Τά λόγια αὐτά καρφώθηκαν στό μυαλό μου καί εἶναι ἀπό τίς πιο ἀνεξίτηλες μνῆμες πού κουβαλάω μέσα μου.

Ἀργότερα, σέ μιά ἐπίσκεψή μου στό Μοναστήρι, τοῦ εἶπα:

Πάτερ μου, νά προσεύχεστε καί γιά μᾶς.

Παναγιωτούλα μου, ἐμεῖς ἔχουμε περισσότερη ἀνάγκη ἀπό τίς δικές σας προσευχές, μοῦ εἶπε.

Τό 1991, πῆγα στό Μοναστήρι τήν παραμονή τοῦ Σωτῆρος, 5 Αὐγούστου, στόν Ἑσπερινό. Μπῆκα στό Ναό, προσκύνησα καί πῆγα νά πάρω εὐχή ἀπό τόν π. Ἰάκωβο. Τοῦ εἶπα ποιά εἶμαι καί ἄρχισε νά μέ ρωτάει, τί κάνω καί τί κάνουν τά ἀδέλφια μου.

Μήν τόν κουράζετε, μοῦ εἶπε κάποιος πού στεκόταν δίπλα του, γιατί εἶναι πολύ ἄρρωστος.

Σέ λίγο βγήκαμε ἔξω, στόν περίβολο γιά τή Λιτανεία καί ὅταν τελείωσε ὁ π. Ἰάκωβος κρατώντας τά Ἱερά Λείψανα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ στάθηκε στή μέση, ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ Ναοῦ γιά τή Δέηση καί τήν Ἀρτοκλασία. Ἐπί μία καί πλέον ὥρα, ὁ Γέροντας, πού ἦταν πολύ ἄρρωστος, στεκόταν ἐκεῖ ἀκίνητος, μέ τό βλέμμα καρφωμένο ἀπέναντι, σά νά μήν ἦταν ἐκεῖ, σά νά βρισκόταν ψηλά σέ ἄλλο κόσμο. Ἡ ὄψη του ἦταν φωτεινή καί ἀπόκοσμη. Τώρα πιά δέν ἦταν τό μικρό παιδάκι μέ τό μαῦρο μαντήλι στο κεφάλι.

Τώρα ἦταν δίπλα στόν Ὅσιο Δαυΐδ καί τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο, πού τόσο ἀγαποῦσε. Ἦταν ἡ τελευταία φορά πού ἀντίκρυζα τήν γαλήνια μορφή του. Στίς 21 Νοεμβρίου, τοῦ ἴδιου ἔτους, ἥσυχα, σάν πουλάκι, παρέδωσε τό πνεῦμα του.

Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Κλείτου Ἰωαννίδη, Γεροντικό τοῦ 20οῦ Αἰῶνα, πού περιέχονται στήν ἑνότητα «Ὁ Γέρων Ἰάκωβος Τσαλίκης»: