Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

«Ὅταν λειτουργοῦσε, πραγματικά, ἦταν ἕνας ἐπίγειος Ἄγγελος»

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 117 από 214

Πανιερ. Μητροπολίτου Λεμεσοῦ κ. Ἀθανασίου …Σέ μένα προσωπικά εἶχε πεῖ τόσα πολλά πράγματα, τά ὁποῖα ἐπαληθεύτηκαν καί, δυστυχῶς, δέν μπορῶ νά τά πῶ λεπτομερῶς. Ἦταν κάτι τό ἐκπληκτικό. Αὐτή ἦταν ἡ πρώτη φορά πού τόν συναντήσαμε. Μᾶς διηγήθηκε καί αὐτός πολλές ἐπεμβάσεις τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ στήν ζωή του καί μάλιστα μᾶς εἶπε κι ἕνα γεγονός. Λίγες μέρες πρίν πᾶμε ἐκεῖ ἦρθαν ἀπό ἕνα χωριό καί τόν προσκάλεσαν νά πάρει μερικά λείψανα τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ καί νά πάει στό χωριό τους γιά νά τούς κάνει κάποια παράκληση.

Τήν ὥρα πού τά πῆγε ἦταν μιά γυναίκα ἐκεῖ ἀπό τον Καναδᾶ. Ἦταν μαζί μέ μιά ἄλλη μοναχή, Κύπρια μάλιστα, καί πήγαιναν νά συναντήσουν τόν πατέρα Ἰάκωβο. Ἡ κοπέλα ἀπό τόν Καναδᾶ, φυσικός μάλιστα, δέν ἦταν πιστή κοπέλα, ἦταν μᾶλλον ἄθεη. Πῆγαν νά τόν δοῦν καί τούς λέει ὁ πατήρ Ἰάκωβος: «Τώρα φεύγω, πάω στό χωριό, δέν ξέρω ἄν θά γυρίσω γρήγορα. Εὔχομαι ὅμως ὁ ἅγιος Δαυΐδ, πού εἶναι ἐδῶ στό μοναστήρι μας νά σᾶς πληροφορήσει ὅτι ὄντως ὑπάρχουν ἅγιοι, ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὑπάρχει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος νικᾶ τῆς φύσεως τούς νόμους». Πῆγε, λοιπόν, ὁ πατήρ Ἰάκωβος στό ντουλάπι, ἐκεῖ πού φυλᾶνε τά λείψανα τοῦ Ἁγίου Δαυΐδ πῆρε ἕνα κομμάτι ἀπό τά λείψανα, ἀπό τή λειψανοθήκη, ἔκλεισε τό ντουλάπι κι ἔφυγε. Ὅταν ξεκίνησε νά φύγει, τότε, τό θυμιατό πού ἦταν μέσα στό ντουλάπι κλειστό μέ γυαλιά γύρω-γύρω ἄρχισε νά κινεῖται μόνο του καί νά θυμιάζει μπροστά στά μάτια τῆς μοναχῆς, τῆς κοπέλας ἀπό τόν Καναδᾶ καί τοῦ πατρός Ἰακώβου. Αὐτό ἐξακολούθησε περίπου μισή ὥρα. Τότε ὁ πατήρ Ἰάκωβος, μέ πολλή φυσικότητα, εἶπε: «Κοίταξε, Μαρία, αὐτό τό θυμίασμα γιά σένα εἶναι. Γιά νά πιστέψεις ὅτι ὁ Ἅγιος Δαυΐδ μπορεῖ νά ἐνεργεῖ καί ὑπεράνω τῶν νόμων τῆς φύσεως».

Μετά πῆγα ἀρκετές φορές καί τόν συνάντησα στό μοναστήρι του. Παραβρέθηκα καί μιά δυό φορές στήν Λειτουργία πού εἶχε ἐπιτελέσει ὁ ἴδιος ὁ πατήρ Ἰάκωβος κι ἐκεῖ πραγματικά ἦταν ὅλο τό μεγαλεῖο τῆς πνευματικῆς του ὑποστάσεως. Ὅταν λειτουργοῦσε αὐτός ὁ Γέροντας, πραγματικά, ἦταν ἕνας ἐπίγειος Ἄγγελος και αἰσθανόσουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν ἦταν ἄνθρωπος ἀλλά ἕνα ἐπουράνιο ὄν, τό ὁποῖο, ἦρθε στή γῆ γιά νά τελέσει αὐτήν τήν Θεία Λειτουργία. Ὅλη του ἡ σωματική διάπλαση βοηθοῦσε σ’ αὐτό. Ἡ Θεία Λειτουργία ἐτελεῖτο μέ τόση μεγάλη προσοχή. Μία-μία λέξη, ἔβγαινε, ἀργά-ἀργά, μέσα ἀπό τό βάθος τῆς ὑποστάσεώς του.Ἦταν, δηλαδή, ἔντονο καί ἔκδηλο ὅτι ζοῦσε, τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τό μυστήριο τῆς παραδόσεως τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Δέν σοῦ ἔμενε οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι ἐκείνη τήν ὥρα ἦταν παρών ὁ Χριστός, οἱ Ἄγγελοι, οἱ Ἅγιοι, ὅλη ἡ Ἐκκλησία. Καί ὅπως μᾶς εἶπε καί ὁ ἴδιος, πολλές φορές, εἶδε τόν Χριστό σέ Θεία Λειτουργία, ἀλλά, καί πάρα πολλές φορές συλλειτουργοῦσε μέ τούς Ἁγίους Ἀγγέλους γύρω γύρω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα. Τόσο πολύ, πού, μέσα στήν ἁπλότητά του μᾶς εἶπε ὅτι, ὅταν πῆγε νά πάρει τά Τίμια Δῶρα καί νά κάνει τήν Eἴσοδο, ἔβλεπε πλῆθος Ἀγγέλων, καί ἔλεγε· «κάνετε τόπο νά περάσω». Ἦταν ἡ ἁπλότητα πού τόν διέκρινε.

Γιά τούς ἁγίους δέν ὑπάρχει ἄλλος κόσμος. Εἶναι ἕνας κόσμος, ὁ κόσμος τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι οἱ παρόντες καί ζῶντες καί κεκοιμημένοι. Τό μεσότοιχο τοῦ φραγμοῦ διελύθη. Μποροῦν νά κινοῦνται ἄνετα. Δέν ὑπάρχει ὁ φόβος καί ἡ αἴσθηση τοῦ θανάτου.

Ἐκείνη τήν ἡμέρα πού εἴχαμε πάει στό μοναστήρι ἦταν καί κάποια κυρία πού εἶχε κάποια δοκιμασία στό σπίτι της. Ἦρθε κι ἔκλαιγε στόν πατέρα Ἰάκωβο γιά νά προσευχηθεῖ. Καί θυμᾶμαι ὅτι τῆς εἶπε ἀκριβῶς αὐτά τά λόγια, τά ὁποῖα εἶχα σημειώσει μάλιστα: «Κοίταξε Ἑλένη, μήν κλαῖς παιδί μου, γιατί ὅταν κλαῖμε καί πᾶμε νά προσευχηθοῦμε πρός τό Θεό, τότε μόλις κοιτάξουμε πάνω θά δοῦμε τόν Χριστό πάνω στό Σταυρό καί ὅταν τόν δοῦμε πάνω στό Σταυρό δέν ἔχουμε πρόσωπο νά τοῦ κάνουμε παράπονο, διότι, αὐτός βγῆκε πρῶτος πάνω ἐκεῖ καί ἔτσι ἐμᾶς μᾶς ἀφόπλισε. Ὁπόταν, ἡ θέση ἡ δική σου καί ἡ θέση ἡ δική μου εἶναι μόνο πάνω στό Σταυρό. Ἀκριβῶς γιατί ἐκεῖ εἶναι ἡ θέση τοῦ Χριστοῦ».

Καί μέ αὐτά τά λόγια, πραγματικά, τῆς ἔδωσε πολλή χαρά. Βέβαια, διαφορετικά εἶναι νά τά λέω ἐγώ καί διαφορετικά νά τά λέει ὁ πατήρ Ἰάκωβος, μέσα στήν δική του ἁπλότητα. Ἦταν πάρα πολύ ἁπλός ἄνθρωπος. Οἱ λόγοι του ἦταν γεμᾶτοι ἁπλότητα.

Μᾶς εἶπε νά μήν κλαῖμε, νά προσευχόμαστε. Τῆς εἶπε νά ἔχεις ἐλπίδα στό Θεό καί νά προσεύχεσαι. Θυμᾶμαι πού μᾶς διηγήθηκε τό ἑξῆς: «Ἐδῶ στό μοναστήρι μας ἔχουμε ἕνα πετσετάκι τοῦ 1905 καί κάθε φορά πού τό βλέπω γράφει πάνω ὅτι τό κέντησε κάποια κυρία Μαργαρίτα. Κάθε φορά πού τό βλέπω προσεύχομαι καί λέω: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον τήν δούλη σου Μαργαρίτα”, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε δέν ζεῖ». Ἤθελε νά πεῖ πόση μεγάλη ἀξία ἔχει ὁ ἄνθρωπος νά ἀγαπάει τό Ναό τοῦ Θεοῦ καί νά τόν περιποιεῖται καί νά προσφέρει τή λατρεία στό Ναό τοῦ Θεοῦ. Καί ἡ παραμικρή προσφορά, αὐτό τό μικρό πετσετάκι, παραμένει, καί προσεύχονται μετά ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι τό χρησιμοποιοῦν γιά νά δοξάσουν τό Θεό καί ν’ ἀγωνιστοῦν μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἤθελε νά τούς διδάξει μέ αὐτόν τόν τρόπο νά ἀγαποῦν, νά περιποιοῦνται τήν ἐκκλησία καί νά κάνουν ὅ,τι μποροῦν γιά νά εἶναι ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ πάντοτε φροντισμένος. Μάλιστα εἶπε: «ἐγώ πιό πολύ εὔκολα ἀνέχομαι μέσα στό μάτι μου ἕνα σκουπιδάκι παρά στό ἱερό βῆμα». Ἦταν πάρα πολύ σχολαστικός, ἰδιαίτερα στό μοναστήρι καί ἰδιαίτερα γιά τήν ἐκκλησία. Καί τότε καί τώρα πιστεύω ὅτι εἶχαν μιά ἄκρα καθαριότητα καί εὐπρέπεια στόν Οἶκο τοῦ Θεοῦ.

Μοῦ εἶπε ὅτι πίσω ἀπό τήν πόρτα του εἶχε πάντα ἕνα σακκούλι, στό ὁποῖο ἔβαζε μέσα τά λεφτά πού εἶχε γιά ἐλεημοσύνες. Πάντα ἔστελνε κάποιον καί ἔλεγε: «πάρε μιά χούφτα χρήματα καί δῶσε τα σέ αὐτόν τόν ἄνθρωπο». Καί ποτέ τό σακκούλι αὐτό δέν ἄδειασε. Πάντα εἶχε χρήματα μέσα. Ἦταν πάρα πολύ ἐλεήμων ἄνθρωπος. Μέχρι καί σέ μᾶς πού πήγαμε ἐπέμενε νά μᾶς φορτώσει τρόφιμα καί ἄλλα πράγματα, γιατί, ὅπως μᾶς ἔλεγε «μήπως πέσουμε στό δρόμο ἀπό τήν πείνα». Τόση ἁπλότητα εἶχε πού νόμιζε ὅτι ἀπό τήν πείνα πού εἴχαμε θά πέφταμε στό δρόμο. Ὁ ἴδιος δέν ἔτρωγε τίποτα. Ἦταν πάρα πολύ ἐγκρατής ἄνθρωπος. Ἐλάχιστο ψωμάκι καί ἐλάχιστο φαγητό.