Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

«Κι ὄχι μία φωτογραφία νά βγάλουμε, ἀλλά καί δυό καί τρεῖς»

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 118 από 214

Πρεσβ. Χριστοδούλου Δημητρίου, Κύπρος

Ὁ Γέρων Ἰάκωβος ἔκρυβε ἐπιμελῶς τό διορατικό του χάρισμα, γι’ αὐτό καί μιλοῦσε παραβολικῶς. Θά σᾶς ἀφηγηθῶ ἕνα χαρακτηριστικό περιστατικό.

Πῆγα μιά φορά στόν Γέροντα Ἰάκωβο μαζί μ’ ἕνα φοιτητή. Στόν δρόμο ὁ νέος αὐτός ἔκανε κάποιες ἀπροσεξίες καί κοιτοῦσε πονηρά. Αὐτό, φυσικά, δέν τό γνώριζα ἐγώ· μόνο ὁ ἴδιος τό ἤξερε. Ἀργότερα, ἐνῶ μιλούσαμε μέ τόν Γέροντα Ἰάκωβο, ὁ μακαριστός Γέρων στράφηκε πρός τόν φοιτητή καί τοῦ εἶπε:

− Παιδί μου, αὐτό τό μάτι μου εἶναι πολύ πονηρό. Ἀρέσκεται νά βλέπει σκηνές ἄπρεπες. Πολλές φορές προσεύχομαι στόν Ὅσιο Δαυΐδ ν’ ἀπομακρύνει αὐτή τή πονηρία ἀπό τόν ὀφθαλμό μου καί νά μοῦ δώσει φρόνημα.

Ὁπότε βλέπω τόν φοιτητή νά σηκώνεται, ἐνῶ ἐμεῖς δέν εἴχαμε καταλάβει τίποτε, νά πηγαίνει πρός τό Γέροντα Ἰάκωβο −ἤμαστε στήν τραπεζαρία, ὅταν μᾶς μιλοῦσε− νά παίρνει τό χέρι του, νά τό ἀσπάζεται καί νά τοῦ λέει: «Συγχώρησέ με, πατέρα Ἰάκωβε, γι’ αὐτό πού ἔκανα, συγχώρησέ με». Τοῦ εἶπε τότε ὁ Γέρων Ἰάκωβος:

«Παιδί μου, ὁ Θεός, μέ τίς εὐλογίες τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, συγχωρεῖ. Νά εἶσαι πιό προσεκτικός». Κι ἄρχισε νά τόν νουθετεῖ περί τῆς προσοχῆς τῶν ὀφθαλμῶν.

Τό ἑπόμενο, πού θά σᾶς ἀφηγηθῶ, ἀφορᾶ ἐμένα τόν ἴδιο προσωπικά. Γιά μένα ὁ Γέρων Ἰάκωβος ἦταν πατέρας. Ἔτσι, δύο φορές τοῦ εἶχα ζητήσει νά βγάλουμε μιά φωτογραφία μαζί, ὡς ἐνθύμιο. Ἀλλά κάθε φορά μοῦ ἔλεγε, λόγω τῆς μεγάλης ταπείνωσής του: «Τί νά τήν κάνεις τή φωτογραφία; Ποιός εἶμαι ἐγώ, γιά νά βγάλεις φωτογραφία μαζί μου»; Τήν τρίτη φορά, πού τοῦ διατύπωσα ξανά τήν ἴδια ἐπιθυμία –ἤμαστε ἔξω στόν κῆπο τῆς Μονῆς, τόν ὁποῖο ὑπεραγαποῦσε– μοῦ εἶπε πάλι: «Παιδί μου, ποιός εἶμαι ἐγώ ὁ ἀνάξιος, πού θέλεις νά μ’ ἔχεις στή φωτογραφία; Εἶμαι καί κουρασμένος τώρα. Θά βγάλουμε κάποτε μιά φωτογραφία».

’Εγώ πικράθηκα. Κι ἔκανα τίς ἑξῆς σκέψεις: «Ποιός εἶσαι ἐσύ, πού θά βγάλεις φωτογραφία μ’ ἕναν ἅγιο; Ποιός εἶσαι ἐσύ, πού θά καυχᾶσαι ἴσως κάποτε ὅτι φωτογραφήθηκες μαζί μ’ ἕναν ἅγιο»; Αὐτές κι ἄλλες σκέψεις ἔκαμνα κι ἤμουν πράγματι πικραμένος, τόσο πικραμένος, πού δάκρυσα.

Ὁ Γέρων Ἰάκωβος, ὁ ὁποῖος εἶχε ἤδη ἀρχίσει ν’ ἀνεβαίνει τήν σκάλα πρός τό κελλί του, σταμάτησε, γύρισε πίσω καί μοῦ εἶπε:

− Πάτερ Χριστόδουλε, αὐτά πού σκέφτεσαι εἶναι λάθος. Ἔλα νά βγάλουμε φωτογραφία, νά μήν ἐπιστρέψεις πικραμένος στήν Κύπρο καί νά λές ὅτι ὁ πατήρ Ἰάκωβος δέν σ’ ἀγαπᾶ. Κι ὄχι μια φωτογραφία νά βγάλουμε, ἀλλά καί δυό καί τρεῖς. Ἔτσι βγάλαμε μαζί φωτογραφίες, οἱ ὁποῖες τώρα εἶναι γιά μένα μιά εὐλογία. (…)

Ὅταν κάποτε μᾶς περιέγραφε διάφορες ταλαιπωρίες πού εἶχε ἀπό τίς ἀσθένειές του, κάποιος ἀπ’ αὐτούς πού εἴμαστε ἐκεῖ, ἕνας νεαρός, ἔκανε τήν ἑξῆς σκέψη: «Αὐτός πού ἔχει τόση παρρησία στόν Ὅσιο Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος κάμνει τόσα θαύματα, πώς γίνεται νά ὑποφέρει ἀπό τόσες ἀσθένειες; Γιατί δέν τόν θεραπεύει ὁ Ὅσιος»;

Ὁ Γέρων Ἰάκωβος, διορατικός, διάβασε ἀμέσως τή σκέψη ἐκείνου τοῦ νέου καί τοῦ εἶπε: «Παιδί μου, ὁ Θεός ἐπιτρέπει νά ταλαιπωρηθεῖ τό σαρκίον μου, τό ὁποῖο ἐπί ἑβδομήντα τόσα χρόνια φέρω, γιά ἕνα καί μόνο λόγο γιά νά ταπεινωθῶ».

Ποιός μιλοῦσε γιά ταπείνωση! Ὁ ταπεινός. Σημειῶστε δέ ὅτι στίς ἀσθένειές του πάντοτε ἔλεγε: Ζῆ Κύριος ὁ Θεός μου.