Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

19. Ἔβλεπε τή μορφή του στήν ἐντατική

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 146 από 214

«Τήν 20-8-95 εἰσήχθην ἐκτάκτως στό Νοσοκομεῖο τῆς Ἀεροπορίας μέ ἰσχυρό κοιλιακό πόνο καί τυμπανισμό», ἔγραψε ὁ κ. Κωστομητσόπουλος Γεώργιος, Σμήναρχος ἐ.ἀ., σέ ἐπιστολή του πού ἄφησε στήν Μονή. «Μέ ὁδήγησαν στο Παθολογικό Τμῆμα καί ἐγιναν διάφορες ἐξετάσεις αἵματος, ἀκτινογραφίες, ὑπερηχογράφημα, χωρίς νά διαπιστωθεῖ κάτι. Τήν ἑπομένη ἡ κατάστασή μου ἐπιδεινώθηκε καί τό ἀπόγευμα ἄρχισα νά παρουσιάζω μελανές κηλῖδες στό σῶμα μου, καθώς και ἴκτερο. Ἀμέσως ὑποψιάστηκαν πάθηση τῆς χολῆς μου καί με ὁδήγησαν στό χειρουργεῖο μέ ἀρτηριακή πίεση 5 ἡ μεγάλη καί 3 ἡ μικρή. Οἱ γιατροί θορυβήθηκαν πάρα πολύ καί ἐπενέβησαν ταχύτατα λέγοντας στούς δικούς μου ὅτι οἱ πιθανότητες ἐπιβίωσής μου εἶναι πολύ ἐλάχιστες, μόλις 5%, διότι εἶχε ἐπέλθει σηψαιμία. Οἱ ἐλπίδες τοῦ χειρουργοῦ ἀπέμειναν στόν Θεό. Ἔκανε τό σταυρό του καί με χειρούργησε.

Μέ ὁδήγησαν στήν Ἐντατική Μονάδα καί μέ κρατοῦσαν στήν ζωή μέ τά μηχανήματα, μέ ὁρούς καί παροχή αἵματος, ἐπί δεκαήμερο. Ἐγώ δέν ἔνοιωθα τίποτε, ἤμουν ἀναίσθητος. Τό μόνο πού θυμᾶμαι εἶναι ὅτι αὐτές τίς δέκα (10) ἡμέρες, ἀπέναντί μου καί ψηλά στόν τοῖχο ἔβλεπα συνεχῶς μιά εἰκόνα (60x ἑκατοστά περίπου) ἑνός ἱερωμένου μέ λευκά χρυσοκέντητα ἄμφια καί λευκό σκοῦφο μοναχοῦ καί σκεπτόμουν:

– Εἶναι ἆραγε ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἤ ὁ Ἅγιος Νικόλαος; Μά δέν τούς ἔμοιαζε καί δέν φοροῦσε μίτρα. Βασάνιζα τό μυαλό μου γιά πολλές ὧρες νά βρεῖ ποιός Ἅγιος ἦταν αὐτός, πού συνεχῶς ἔβλεπα μπροστά μου ἐπί δεκαήμερο. Προσπαθοῦσα νά συγκρατήσω καλά τήν μορφή του, γιά νά ἐξακριβώσω, ὅταν θά γινόμουν καλά, ποιός ἦταν αὐτός ὁ προστάτης μου. Πραγματικά ἡ μορφή ἐκείνη εἶναι ἀποτυπωμένη στό μυαλό μου καί δέν πρόκειται ποτέ νά τήν ξεχάσω.

Βγῆκα ἀπό τήν ἐντατική καί πῆγα στό δωμάτιο ἀναρρώσεως. Σέ δυό-τρεῖς ἡμέρες ἄρχισα νά συνέρχομαι, ἀλλά καί πάλι μέ βασάνιζε ἐκείνη ἡ εἰκόνα πού ἔβλεπα καί τό ἔλεγα στούς δικούς μου. Μιά ἡμέρα ζήτησα νά δῶ τόν χειρουργό μου, νά τόν εὐχαριστήσω.Ἦλθε καί κάθισε δίπλα μου ἕνα ὑπέροχο εὐσεβέστατο παλληκάρι, ὁ χειρουργός Σακοράφας Γεώργιος. Ἄρχισε νά μέ ρωτάει πῶς αἰσθανόμουν, τί ἔβλεπα στήν ἐντατική καί ἤμουν τόσο ἀνήσυχος. Τοῦ ἐξήγησα ὅτι ἔβλεπα μπροστά μου τήν εἰκόνα ἑνός Ἁγίου μέ ἄμφια καί σκοῦφο στό κεφάλι, ἀλλά σέ μένα ἦταν ἄγνωστος. Τότε μοῦ εἶπε:

Πρίν σέ χειρουργήσω ἔκανα τό σταυρό μου καί ἐπικαλέστηκα τή βοήθεια τοῦ προστάτη μου πατέρα Ἰακώβου, ὁ ὁποῖος ἦταν Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ τοῦ Γέροντα και μπορεῖ νά ἦταν αὐτός. Ἐγώ δέν τόν εἶχα γνωρίσει, ἀλλά ὁ καθηγητής μας μᾶς εἶχε πεῖ ὅτι πρόκειται γιά Ἅγιο καί νά τόν ἐπικαλούμαστε.

Στίς 19-9-95 ἔφυγα ἀπό τό νοσοκομεῖο καί πῆγα στό σπίτι μου, ἀλλά πάντα ἡ μορφή τοῦ Ἁγίου ἦταν μπροστά μου καί μέ ἀπασχολοῦσε. Πῆγα στήν ἐκκλησία νά κοινωνήσω καί ἔψαχνα τίς εἰκόνες μία πρός μία μήπως βρῶ κάποιον πού νά τοῦ μοιάζει. Ἀφοῦ δεν βρῆκα τίποτε ἔφυγα μέ τή μορφή του πάντα μπροστά στά μάτια μου.Ἔλεγα τό περιστατικό σέ γνωστούς καί φίλους μου. Μιά ἡμέρα ἦρθε νά μέ δεῖ μιά κυρία καί μοῦ ἔφερε ἕνα βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ πατρός Ἰακώβου, νά τό διαβάσω. Μόλις εἶδα τήν φωτογραφία τοῦ Γέροντα στό ἐξώφυλλο ἕνα ρῖγος ἔνοιωσα νά μοῦ διαπερνᾶ ὅλο το σῶμα μου. Δάκρυσα, ἀγκάλιασα τό βιβλίο καί τό ἀσπάστηκα πολλές φορές. Ἐπιτέλους βρῆκα τήν ἁγία μορφή πού ἐπί ἡμέρες ἔψαχνα. Ἀμέσως πῆρα τηλέφωνο τόν γιατρό πού μέ χειρούργησε καί μέ λαχτάρα τοῦ ἀνέφερα σέ ποιό πρόσωπο ἀναγνώρισα τόν Ἅγιο πού μέ βοήθησε νά γίνω καλά. Τό δέχτηκε μέ εὐλάβεια καί μοῦ εἶπε:

Θέλω πολύ νά πάω καί ἐγώ στή χάρη του.

Τώρα γεννήθηκε καί σέ μένα ἡ λαχτάρα νά ἐπισκεφθῶ τήν Μονή τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ καί νά προσκυνήσω στόν τάφο του. Δέν μποροῦσα ὅμως νά ὁδηγήσω αὐτοκίνητο τόσο μακριά καί μέ βασάνιζε ἡ σκέψη πῶς καί πότε θα πάω στή χάρη του.

Στίς 24-11-95 μέ παίρνει τηλέφωνο ὁ κουμπάρος μου ἰατρός, Ἀθανασιάδης Δημήτριος, ὁ ὁποῖος ἔζησε ἀπό κοντά τήν περιπέτειά μου καί ἤξερε τό περιστατικό καί μοῦ λέγει:

– Πᾶμε αὔριο στό Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ.

Ἦταν τό καλύτερο δῶρο πού θά μοῦ ἔκανε. Πράγματι τήν ἑπομένη ξεκινήσαμε καί ἤρθαμε στό Μοναστήρι, παρ’ ὅλα τά χιόνια πού βρήκαμε στό δρόμο. Ἡ συγκίνηση καί ἡ χαρά μου δέν περιγράφονται πού ἀξιώθηκα καί προσκύνησα τόν τάφο τοῦ προστάτη μου πατέρα Ἰακώβου καί τόν εὐχαρίστησα πού ὅλα ἐξελίχθηκαν τόσο γρήγορα καί τόσο εὐνοϊκά. Ἡ ἁγία μορφή του θά μείνει ριζωμένη βαθειά στήν ψυχή μου καί θά ἐπισκέπτομαι τή χάρη του ὅσο μπορῶ πιό τακτικά».