Ψυχωφελές κείμενο
81. Τρία πράγματα θά σέ σώσουν
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Ὑπακοή - Ταπείνωση - Προσευχή
«Ὀνομάζομαι Μaxinoaei Maria (πλέον, Γερασιμία Μοναχή). Ἡ καταγωγή μου εἶναι ἀπό τή Μολδοβλαχία (Ρουμανία). Ἦρθα στήν Ἑλλάδα τό 1996. Ἀρχικά, προτοῦ ἐγκατασταθῶ στό Μοναστήρι, στό ὁποῖο μέ τήν βοήθεια τῆς Παναγίας ἀνήκω μέχρι σήμερα, παρέμεινα γιά ἕνα χρόνο στό Μοναστήρι τοῦ Τιμίου Προδρόμου Χαλκιδικῆς. Ἐκεῖ, μιά ἀπό τίς Μοναχές γνωρίζοντας πώς λόγω καταγωγῆς (γεννήθηκα σέ κομμουνιστικό καθεστώς) δεν γνώριζα πολλά γιά τόν μοναχισμό καί τήν Ὀρθοδοξία, μοῦ ἔδωσε μιά φωτογραφία ἀπό τόν τάφο τοῦ ἀγνώστου γιά μένα τότε Γέροντος Ἰακώβου καί μοῦ εἶπε:
– Παιδί μου, αὐτός ὁ Γέροντας εἶναι πολύ θαυματουργός. Νά τόν ἐπικαλεῖσαι.
Ὁ καιρός πέρασε καί τό 1997 βρέθηκα στήν Πάρνηθα στό Μοναστήρι τῆς Ντάρδιζας, Γενέσιον τῆς Θεοτόκου. Ἀπό τήν πρώτη στιγμή συνάντησα ἀμέτρητες ἀνθρώπινες δυσκολίες. Τό γεγονός ὅτι ἤμουν ἀπό ξένη χώρα ἔκανε τήν κατάστασή μου πιό δύσκολη. Τόσο ἡ μικρή μου ἡλικία, γεννηθεῖσα τό 1976, εἴκοσι ἑνός ἐτῶν, δόκιμη τότε, ὅσο καί ἡ πνευματική μου ἀπειρία ἦταν καθοριστικοί παράγοντες στό νά γογγύζω καί νά ἀπελπίζομαι συνεχῶς. Ἡ ἀρχική κατάσταση στό Μοναστήρι ἦταν πολύ στενάχωρη γιά μένα. Οἱ δόκιμες ἀδελφές, μέ τίς ὁποῖες εἴχαμε ἔρθει μαζί καί εἴμαστε ἀπό τήν ἴδια χώρα, για δικούς της λόγους ἡ καθεμιά, σταδιακά ἀποχωροῦσαν.
Ἔτσι ἔμεινα μόνη μου. Ἑλληνικά δέν ἤξερα, δέν εἶχα κανέναν, πού νά καταλαβαίνει τήν γλώσσα μου, ὥστε νά τοῦ ἀνοίξω την καρδιά μου καί νά μοιραστῶ αὐτά πού μέ ἀπασχολοῦσαν. Οὐσιαστικά ἔνοιωθα μόνη. Ἐγώ καί ὁ Κύριος. Καί οἱ πειρασμοί ἀμέτρητοι... Τά μάτια μου συνεχῶς δακρυσμένα καί ὁ ψυχισμός μου σέ μόνιμη ταραχή.
Ἕνα βράδυ, εἶδα στόν ὕπνο μου τό ἑξῆς ὄνειρο: Βρισκόμουν σέ ἕνα κοιμητήριο μαζί μέ μιά ἀδελφή ἀπό τό Μοναστήρι. Κάποια στιγμή ἔμεινα μόνη μου, καί τό βλέμμα μου ἔπεσε πάνω σ’ ἕναν τάφο. Ὁ τάφος εἶχε ὡς ἐπιγραφή: “Ἱερομόναχος Ἰάκωβος Τσαλίκης”. Δίπλα ἀπό τόν τάφο στεκόταν μέ μεγαλοπρέπεια μιά Μοναχή μέ θαυμαστό ἀνάστημα. Δέν μπόρεσα νά διακρίνω τό πρόσωπό της. Στράφηκε πρός τό μέρος μου.
Παιδί μου, γιά τόν πατέρα Ἰάκωβο ἦρθες; Θέλεις νά τον δεῖς;
Μά δέν τόν γνωρίζω, τῆς ἀπάντησα. Τότε ἡ Μοναχή ἄγγιξε μέ τό δεξί της χέρι τήν ταφόπλακα, ἡ ὁποία ἀμέσως ὑποχώρησε καί ἡ Μοναχή ἔφυγε.
Μέσα στόν τάφο πάνω σέ ἕνα λευκό, κεντητό μαξιλάρι (ὄχι σέ φέρετρο) ντυμένος μέ ὁλόλευκη χρυσοκέντητη ἱερατική στολή καί Σταυρό Ἀρχιμανδρίτη ἦταν ὁ Γέροντας Ἰάκωβος.
Σηκώθηκε ὀρθός. Μοῦ λέει:
– Παιδί μου, σέ περίμενα.
Παρ’ ὅλο πού μιλοῦσε Ἑλληνικά, τά κατάλαβα ὅλα! Μέ εὐλόγησε καί τοῦ φίλησα τό χέρι. Ἦταν ὁλοζώντανος. Ξαφνικά, κάτω ἀπό τόν τάφο ξεπρόβαλλαν σκαλιά μέσα σέ δάσος. Ἦταν προφανές ὅτι κάπου ὁδηγοῦσαν. Ὁ Γέροντας μοῦ εἶπε:
– Ἔλα, παιδί μου, νά πᾶμε στό σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ.
Ἐκεῖ θά μοῦ τά πεῖς ὅλα.
Φτάσαμε, κατεβαίνοντας, στό σπήλαιο. Ἔξω πλῆθος κόσμου περίμεναν τόν Γέροντα. Ἐκεῖνος τούς εἶπε πώς ἔχει δουλειά καί θά τούς δεχτεῖ ἀργότερα. Ἄνθρωποι ἄρρωστοι, πονεμένοι... Μέ πῆρε καί μπήκαμε στήν σπηλιά. Μέ κοιτοῦσε μέ ἀγάπη, συμπόνια καί κατανόηση. Τό λόγια του ἦταν τά ἑξῆς:
– Στόν δρόμο πού πῆρες γιά τόν μοναχισμό, μήν ἀπελπίζεσαι καί μήν ἀμφιβάλλεις γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς σου. Τρία πράγματα θά σέ σώσουν: Ὑπακοή-Ταπείνωση-Προσευχή.
Ὁ Γέροντας τά ἐπανέλαβε τρεῖς φορές. Ὑπακοή-Ταπείνωση-Προσευχή. Τοῦ ἐκμυστηρεύτηκα καί ἕνα μεγάλο πειρασμό πού ἐκεῖνο τό διάστημα μέ βασάνιζε στό Μοναστήρι.
– Μήν ἀνησυχεῖς. Αὐτό τό ἔχω ἀναλάβει ἐγώ, μοῦ ἀπάντησε.
Γονάτισε μέσα στό σπήλαιο, κάτω ἀπό τήν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἄρχισε νά προσεύχεται.
Τήν ὥρα πού ἔφευγα μέ εὐλόγησε:
– Νά πᾶς στήν εὐχή τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας.
Ἐκεῖνος παρέμεινε νά δεχτεῖ τόν κόσμο, πού τόν περίμενε. Ἐγώ ἀνέβηκα τά σκαλιά καί ἐπέστρεψα στό Κοιμητήριο. Παράλειψή μου εἶναι πώς δέν προανέφερα ὅτι στό σπήλαιο δεν εἶχα πάει ποτέ. Πάντοτε ἀναρωτιόμουν ἄν πράγματι εἶναι ἔτσι ὅπως τό εἶχα δεῖ μέ τόν π. Ἰάκωβο. Ἀξιώθηκα γιά πρώτη φορά φέτος (2015) καί πράγματι, τά σκαλιά καί τό σπήλαιο ἦταν ἀκριβῶς, ὅπως στό ὄνειρό μου.
Ἕνα ὁλοκάρδιο “εὐχαριστῶ” δέν φτάνει. Ἐμφανίστηκε ὁλοζώντανος καί μέ ἀνέστησε ψυχικῶς, ἐξαλείφοντας κάθε φόβο, πειρασμό, δυσκολία καί ἀπελπισία. Πάτερ ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν».
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.