Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

1. «Ὁ Ἅγιος Δαυΐδ μοῦ ἔκανε καλά τή μέση»

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης

—

Ενότητα 31 από 214

Ἤμουν, παιδιά μου, πολύ ἄρρωστος. Μοῦ εἶχαν κάνει οἱ γιατροί πολλές ἐνέσεις, πολλά φάρμακα καί θεραπεία δέν ἔβλεπα. Μία νύκτα παρακαλοῦσα τόν Ἅγιο Δαυΐδ, μόνος τότε στό Μοναστήρι, καί ἔκλαιγα τή νύκτα καί φώναζα:

Ἅγιέ μου Δαυΐδ, ἔλα τώρα, ἐσύ εἶσαι ὁ ἰατρός, ὁ δικός μου, βάλε τά χέρια σου νά μοῦ θεραπεύσεις τή μέση μου, τά νεφρά μου, γιατί ὑποφέρω. Ἅγιέ μου Δαυϊδ, λέγω, δέν πῆγα σέ γιατρό, καλή μου Παναγία ἦρθα σέ σᾶς τόν πόνο μου νά πῶ, σ’ αὐτή τήν ἐρημία.

Παρακαλοῦσα τήν Παναγία, τόν Ἅγιο Δαυΐδ, τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο, ὅλους τούς Ἁγίους. Καί λέγω, στήν προσευχή μου, Ἅγιέ μου Δαυΐδ, ἐάν ἔρθει ἡ Χάρη σου νά μέ ἐπισκιάσει καί νά μέ βοηθήσεις, θέλω μία χάρη: Νά μή παρουσιαστεῖς μέ τή μορφή τοῦ Ἁγίου, ὅπως εἶσαι, νά παρουσιαστεῖς μέ τήν μορφή τοῦ π. Νικοδήμου ἤ τοῦ π. Σπυρίδωναπού ἦταν φιλοξενούμενος ἱερέας ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, ἀπό τό Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Παύλου.

Καί ἐνῶ προσευχήθηκα καί πλάγιασα καί πονοῦσα ἀπό ἀφόρητους πόνους, ὤ, τοῦ θαύματος! ξαφνικά ἀνοίγει ἡ πόρτα καί μπαίνει μέσα ἕνας γεραλέος ἱερέας, σάν τόν πατέρα Σπυρίδωνα, πού τόν φιλοξενούσαμε στό Μοναστήρι γιά τρεῖς μῆνες. Μοῦ λέγει:

Τί κάνεις πάτερ μου, τί ἔχεις πάτερ μου;

Πάτερ μου, τοῦ λέγω, δέν μπορῶ, πονεῖ ἡ μέση μου.

Πάτερ μου, μέ γνωρίζεις ποιός εἶμαι; μέ ρωτάει.

Σέ γνωρίζω πάτερ μου, εἶσαι ὁ πάτερ Σπυρίδων ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος. Αὐτός εἶσαι.

Ὄχι, μοῦ λέγει, δέν εἶμαι ὁ πάτερ Σπυρίδων, ξέρεις ποιός εἶμαι, διότι μένεις στό σπίτι μου.

Δέν κοιμόμουνα, οὔτε κατ’ ὄναρ τό εἶδα, οὔτε φαντασία ἦταν, παιδιά μου.

Ἐγώ βλέπω ὅτι εἶσαι ὁ πάτερ Σπυρίδων, πάτερ μου, τοῦ λέγω.

Ξέρεις ποιός εἶμαι, ἀλλά δέν θέλεις νά πεῖς τό ὄνομά μου. Ἐφόσον μένεις στό σπίτι μου, γιατί δέν λές τό ὄνομά μου;

Μά, πάτερ μου, ὁ πάτερ Σπυρίδων βλέπω νά εἶσαι.

Τέλος πάντων δέν θέλεις νά πεῖς τό ὄνομά μου. Ἄκουσε παιδί μου, σήκω καί κάθισε στό κρεββάτι σου.

Μά, δέν μπορῶ, παππού μου νά σηκωθῶ, γιατί ἄν τό κάνω θά βάλω τίς φωνές ἀπό τόν πόνο.

Μέ πονοῦσε, παιδιά μου, ἡ μέση σάν νά σπάζει, μέ συγχωρεῖτε, ἡ σπονδυλική μου στήλη.

Παππού μου, δέν μπορῶ νά σηκωθῶ φοβᾶμαι, τοῦ λέγω.

Κάνε, πάτερ μου, κουράγιο καί σήκω, κάτσε στό κρεββάτι, ἀκούμπησε τή δική σου μέση στήν δική μου γέρικη μέση καί ἐγώ θά σέ κάνω καλά αὐτήν τήν στιγμή. Ξέρεις ποιός εἶμαι. Ἄκουσα τήν προσευχή σου καί τίς φωνές σου καί ἦρθα νά σέ βοηθήσω.

Ὤ , τοῦ θαύματος! Σηκώθηκα σιγάσιγά. Μοῦ κάνει τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ ἐδῶ στή μέση καί μοῦ λέγει:

Τώρα ἔγινες καλά.

Μετά, σηκώθηκε καί ἔφυγε καί ἐγώ βλέπω ἕναν ζωντανό ἄνθρωπο, ἕναν μοναχό, πού φεύγει καί τοῦ λέγω:

Εὐχαριστῶ, πάτερ μου.

Ὁ πάτερ ἔφυγε, εἶδα πού ἄνοιξε καί ἔκλεισε ἡ πόρτα καί ἄκουγα ὅτι κατέβαινε τήν ξύλινη σκάλα, μέ τά δεκατρία σκαλοπάτια.Ἔκανα, μέ συγχωρεῖτε, κάτι κινήσεις στό σῶμα μου νά δῶ ἄν πονάω καί δέν πονοῦσα. Σηκώνομαι τελείως καλά καί ἀναρωτιόμουνα, γιατί ὁ πάτερ μοῦ εἶπε, ὅτι ξέρεις ποιός εἶμαι καί ὅτι μένω στό σπίτι του. Ὁ Ἅγιος Δαυΐδ ἦτο καί ἐγώ δέν κατάλαβα, γιατί τόν εἶχα παρακαλέσει νά παρουσιαστεῖ μέ τή μορφή τοῦ πατέρα Σπυρίδωνα.

Καί ἐνῶ ὁ Ἅγιος Δαυΐδ κατέβαινε τό τελευταῖο σκαλοπάτι, εἶπα τό Ἀπολυτίκιό του: «Μέγα εὕρατο Εὔβοια κλέος…».

Καί ὁ Ἅγιος ἔγινε ἄφαντος. Καί ἡ μέση μου ἀπό τότε δέν μέ ἔχει ξαναπονέσει.