Ψυχωφελές κείμενο
3. «Ὁ Ἅγιος Δαυΐδ μοῦ φώτισε τήν νύκτα τό μονοπάτι γιά τό ἀσκητήριο»
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ψυχωφελές κείμενο
ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ — Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ (ΤΣΑΛΙΚΗΣ)
Ἕνα βράδυ, παιδά μου, ἔφυγα ἀπό τό Μοναστήρι κατά τίς 9 ἡ ὥρα γιά τό ἀσκητήριο, χωρίς φῶς καί χωρίς φακό, κρατώντας ἕνα μπαστουνάκι. Δρόμος δέν ὑπῆρχε, ἕνα μονοπάτι μόνο, στενό μέσα στό δάσος. Μόλις ἔφθασα στήν Καστανιά, πού λέμε ἐμεῖς ἐδῶ, λέγω:
Ἅγιέ μου Δαυϊδ, δέν βλέπω τώρα, φέξε μου τό δρόμο, δεῖξε μου ἕνα φῶς, νά ξεχωρίσω τό μονοπάτι καί νά πάω, μέ συγχωρεῖτε, στό ἀσκητήριο, πού ἦταν τόση μεγάλη ἀπόσταση ἀπό τό Μοναστήρι.
Ξαφνικά, βλέπω, μέ συγχωρεῖτε, πάνω ἀπό τό κεφάλι μου ἕνα ἀστέρι φωτεινό καί τό μονοπάτι ἔγινε φωτεινό. Μπροστά λάμπει τό ἀστέρι πάνω ψηλά ἀπό τό κεφάλι μου καί λέγω:
Ἅγιέ μου Δαυΐδ, ἔλα προστάτη μου, ἔλα βοηθέ μου, ἔλα ὁδηγέ μου, καί τό μονοπάτι φωτιζόταν μέχρι πού ἔφθασα στό ἀσκητήριο. Μόλις μπῆκα στό ἀσκητήριο τό ἀστέρι αὐτό, πού ἦταν τότε πάνω ἀπό τό ἀσκητήριο, ἔσβησε.
Τώρα, λέγω, παππούλη μου, Ἅγιέ μου Δαυΐδ ἦρθα στό σπίτι σου, δέν φοβᾶμαι νά μή χάσω τό δρόμο.
Ἄναψα τά κεράκια, τά καντηλάκια, θυμίασα καί ἔκανα τήν προσευχή μου. Κατά τό μεσονύκτιο, στίς 2 ἡ ὥρα, μπαίνει μέσα ἕνας μοναχός σάν τόν πατέρα Νικόδημο, τόν Γέροντά μου, καί μοῦ λέγει:
Ἐδῶ εἶσαι, πάτερ Ἰάκωβε;
Ἐδῶ εἶμαι, πάτερ μου, τοῦ λέγω, ἐνῶ ἤμουνα γονατιστός.
Σηκώθηκα, ἔκανε μία λακκούβα ἐκεῖ στό σημεῖο ἐκεῖνο μέσα στό ἀσκητήριο, μέ συγχωρεῖτε, καί εἶχα ἀκουμπήσει τή μέση μου γιά νά ξεκουραστῶ λιγάκι καί διάβαζα μέχρι νά φθάσει ἡ ὥρα 3.
Ὁ παππούλης μοῦ εἶπε:
Κάτσε, παιδί μου, καί ἀναπαύσου, ξεκουράσου λιγάκι.
Κάτσε, κάτσε, μήν ταράζεσαι.
Τί λέτε, πάτερ μου, ἦρθε ὁ προϊστάμενός μου, ἦρθε ὁ Γέροντάς μου καί ἐγώ, μέ συγχωρεῖτε, νά καθίσω;
Κάτσε, κάτσε, παιδί μου, καί ἀναπαύσου.
Καί ἐνῶ πῆγε νά προσκυνήσει τήν εἰκόνα τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ, γυρνάω, ἄφαντος, κανείς δέν ὑπῆρχε μέσα στό ἀσκητήριο.
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.