Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

*Η αγία ταπείνωση είναι η τελεία εμπιστοσύνη στον Θεό*

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Βίος καὶ Λόγοι

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 101 από 160

Η τελεία εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού—αυτή είναι η αγία ταπείνωση. Η τελεία υπακοή στον Θεό χωρίς αντίρρηση, χωρίς αντίδραση, έστω κι αν ορισμένα πράγματα φαίνονται δύσκολα και παράλογα. Το άφημα στα χέρια του Θεού. Αυτό που λέμε στην Θεία Λειτουργία τα λέγει όλα: «πάσαν την ζωήν ήμων Χριστώ τώ Θεώ παραθώμεθα». Το ίδιο και η ευχή που λέγεται μυστικά απ' τον ιερέα: «Σοι παρακατιθέμεθα την ζωήν ήμων άπασαν και την ελπίδα, Δέσποτα φιλάνθρωπε, και παρακαλούμεν Σε και δεόμεθα και ικετεύομεν...». Σ' Έσένα, Κύριε, τα ἀφήνω ὅλα. Αὐτή εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Αὐτή εἶναι ἡ ἁγία ταπείνωση. Αὐτή μεταμορφώνει τόν ἄνθρωπο. Τόν καθιστά θεάνθρωπο.

Ὁ ταπεινός ἔχει συνείδηση τῆς ἐσωτερικῆς του καταστάσεως καὶ, ὅσο κι ἂν εἶναι ἄσχημη, δὲν χάνει τὴν προσωπικότητά του. Γνωρίζει ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός καὶ θλίβεται γι' αὐτό, ἀλλὰ δὲν ἀπελπίζεται, δὲν ἐξουθενώνει τόν ἑαυτό του. Ὁ ἔχων τὴν ἁγία ταπείνωση δὲν μιλάει καθόλου, δηλαδή δὲν ἀντιδρᾶ. Δέχεται νὰ τὸν παρατηροῦν, νὰ τὸν ἐλέγχουν οἱ ἄλλοι, χωρὶς νὰ ἐξοργίζεται καὶ νὰ δικαιολογεῖται. Δὲν χάνει τὴν ἰσορροπία του. Τὸ ἀντίθετο συμβαίνει μὲ τὸν ἐγώστη, τὸν ἔχοντα αἰσθήματα κατωτερότητος. Στὴν ἀρχὴ μοιάζει μὲ τὸν ταπεινό. Λίγο, ὅμως, ἂν τὸν πειράξει κανείς, ἀμέσως χάνει τὴν εἰρήνη του, ἐκνευρίζεται, ταράζεται.

Ὁ ταπεινός πιστεύει ὅτι ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπ' τὸν Χριστό κι ὅτι ὁ Χριστὸς τοῦ δίδει τὴν χάρι Του κι ἔτσι προχωράει. Ὅποιος ἔχει τὴν ἁγία ταπείνωση, ζεῖ ἀπὸ τώρα στὴν ἐπίγεια ἄκτιστη Ἐκκλησία. Ἔχει πάντα τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ, καὶ στὰ δυσάρεστα. Τὸ βλέπομε αὐτὸ στὴ ζωὴ τῶν ἁγίων. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τί ἦταν; Ἄνθρωπος σὰν κι ἐμᾶς. Ἀλλὰ τί ἔγινε; Ἔγινε ὄργανο τοῦ Θεοῦ, σκεῦος ἐκλογῆς. Τὰ λόγια τοῦ τὸ μαρτυροῦν: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός... ἐμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος». Φλεγόταν ἀπ' τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ταπείνωση τὸν ἀνέβασε ἐκεῖ. Νὰ καίγεται γιὰ τὸν Θεό· αὐτὸ εἶναι τὸ πᾶν.

Ἂν ἔχετε ἀγάπη στόν πλησίον καὶ στόν Θεό, θὰ δώσει ὁ Θεὸς τὴν ταπείνωση, θὰ δώσει τὸν ἁγιασμό. Ἂν δὲν ἔχετε ἀγάπη στόν Θεό καὶ στόν πλησίον, ἂν τεμπελιάζετε, θὰ σᾶς βασανίσει ὁ σατανάς, θὰ σᾶς ἐκδικηθεῖ ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, θὰ σᾶς φταῖνε ὅλοι κι ὅλα, θὰ γκρινιάζετε λέγοντας: «Γιατί τ' ἄφησες αὐτὸ ἐδῶ, γιατί ἐκεῖ;». Καὶ θὰ νομίζετε ὅτι δῆθεν φταῖνε οἱ δουλειές, ὁ κόπος. Θὰ λέτε: «Τί θὰ γίνει μ' αὐτὴ τὴν κατάσταση ποῦ ἔφθασα, πῶς φέρομαι ἔτσι;», χωρὶς νὰ καταλαβαίνετε ἀπὸ ποῦ προέρχεται αὐτὴ ἡ κατάσταση. Ἐνῶ αὐτὸ εἶναι ἡ ἐκδίκηση τῶν ἐνστίκτων.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ χωρὶς Θεό, χωρὶς γαλήνη, χωρὶς ἐμπιστοσύνη, ἀλλὰ μὲ ἄγχος, ἀγωνία, κατάθλιψη, ἀπελπισία, ἀποκτάει ἀσθένειες σωματικὲς καὶ ψυχικὲς. Ἡ ψυχασθένεια, ἡ νευρασθένεια, ὁ διχασμὸς εἶναι δαιμονικὲς καταστάσεις. Δαιμόνιο εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ ταπεινολογία. Τὸ λένε καὶ αἴσθημα κατωτερότητος. Ἡ ἀληθινὴ ταπείνωση δὲν μιλάει, δὲν λέει ταπεινολογίες, δηλαδή, «εἴμαι ἁμαρτωλός, ἀνάξιος, ἐλάχιστος πάντων...». Φοβάται ὁ ταπεινός μήπως μὲ τὶς ταπεινολογίες πέσει στὴν κενοδοξία. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν πλησιάζει ἐδῶ. Ἀντίθετα, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἀληθινὴ ταπείνωση, ἡ θεία ταπείνωση, ἡ τελεία ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Ἡ ἐξάρτηση ἀπὸ Ἐκεῖνον.

Αὐτὸ ἔχει μεγάλη ἀξία, νὰ ὁδηγεῖσαι ἀπ' τὸν Θεό, νὰ μὴν ἔχεις κανένα θέλημα. Ὁ σκλάβος δὲν ἔχει κανένα θέλημα· ὅ,τι θέλει ὁ κύριός του. Ἔτσι κι ὁ πιστὸς δοῦλος τοῦ Θεοῦ. Γίνεσαι δοῦλος Του, ἀλλὰ στόν Θεό ἐλευθερώνεσαι. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἐλευθερία. Νὰ καίγεται γιὰ τὸν Θεό. Αὐτὸ εἶναι τὸ πᾶν. Τὸ εἴπαμε πάλι. Ἂν νικηθεῖς ἀπ' τόν Θεό, ὑποδουλώνεσαι σ' Αὐτὸν καὶ ζεῖς στὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ: «... ὃ γάρ τις ἤττηται, τούτῳ καὶ δεδούλωται». Συμβαίνει, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ ὑποτακτικοῦ ποὺ ἔχει τελεία ἐμπιστοσύνη στὸν Γέροντά του κι ὁ Θεὸς τοῦ δίδει τὴν χάρι. Θυμηθεῖτε τὸν Προφήτη Ἐλισσαῖο. Πῆρε τὴ μηλωτὴ καὶ χτύπησε τὰ νερά τοῦ ποταμοῦ καὶ δὲν τὰ χώρισε στὰ δύο, ὅπως τὸ ἔκανε ὁ Προφήτης Ἠλίας, γιατί ὅ,τι ἔκανε, τὸ ἔκανε μὲ ἐγωισμό καὶ ὄχι μὲ ταπείνωση. Μετὰ ποὺ ταπεινώθηκε καὶ εἶδε ὅτι μόνος του δὲν κάνει τίποτα, ἐζήτησε μὲ ταπείνωση τὴ βοήθεια τοῦ Γέροντά του, τοῦ Προφήτη Ἠλίας, καὶ πῆρε τὴν χάρι. Τὰ νερά ἐσχίσθηκαν στὰ δύο κι ἔγινε δρόμος, γιὰ νὰ περάσει.

Χρειάζεται, βέβαια, καὶ λίγη προσπάθεια, ἀλλὰ ἡ ἄκρα ταπείνωση δὲν ἀποκτιέται μὲ τὶς προσπάθειες καὶ τὸν ἀγώνα μόνο. Εἶναι ἀποτέλεσμα χάριτος. Τὸ λέω ἐκ πείρας: ὅ,τι ἔχω, τὸ ἔχω ἀπ' τὴν χάρι. «Ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες». Ὅλα τὰ δίνει ὁ Χριστός.

Νὰ εἴμαστε σὲ ὅλα ταπεινοί· στὴ σκέψη, στὰ λόγια, στὴ συμπεριφορά. Ποτὲ νὰ μὴν παρουσιαστοῦμε στὸν Θεό καὶ νὰ ποῦμε: «Ἔχω ἀρετές». Ὁ Θεὸς δὲν θέλει τὴν ἀρετὴ μας. Πάντα νὰ παρουσιάζεσαι στὸν Θεό ὡς ἁμαρτωλός· χωρὶς, ὅμως, ἀπελπισία, ἀλλὰ «θαρρῶν εἰς τὸ ἔλεος τῆς εὐσπλαγχνίας Του». Ἀρκεῖ νὰ βροῦμε τὸ μυστικό.

Τὸ μυστικό εἶναι ἡ ἀγάπη στὸν Χριστὸ καὶ ἡ ταπείνωση. Ὁ Χριστὸς θὰ μᾶς δώσει τὴν ταπείνωση. Ἐμεῖς δὲν μποροῦμε μὲ τὶς ἀδυναμίες μας νὰ Τὸν ἀγαπήσομε. Ἄς μᾶς ἀγαπήσει Αὐτός. Ἄς Τὸν παρακαλοῦμε πολὺ νὰ μᾶς ἀγαπήσει Ἐκεῖνος καὶ νὰ μᾶς δώσει τὸ ζῆλο νὰ Τὸν ἀγαπήσομε κι ἐμεῖς.

Ἄμα θέλεις νὰ φιλοσοφήσεις, ὅλα θὰ τὰ ρίχνεις στὸν κακὸ ἑαυτό σου καὶ θὰ ταπεινώσεσαι πάντοτε. Εἶναι ταπείνωση νὰ πιστεύεις ὅτι ὅλοι εἶναι καλοί. Κι ἂν ἀκούεις γιὰ κάποιον κάτι ἀρνητικό, νὰ μὴν τὸ πιστεύεις. Ὅλους νὰ τοὺς ἀγαπάεις καὶ νὰ μὴ σκέπτεσαι γιὰ κανέναν κακὸ καὶ γιὰ ὅλους νὰ προσεύχεσαι. Δὲν θέλεις ἄλλη φιλοσοφία. Ἡ καρδιά τοῦ κενόδοξου δὲν μπορεῖ νὰ ταπεινωθεῖ. Ὅταν τὸν ἐλέγχουν ἢ νουθετοῦν, ἀντιλέγει ἔντονα, ἐνῶ, ὅταν τὸν ἐπαινοῦν καὶ τὸν κολακεύουν, φέρεται ἄπρεπα. Ὅ,τι καὶ νὰ τοῦ πεῖς, ἐννοεῖ νὰ ὑπερηφανεύεται περισσότερο. Ἀσχολεῖται καὶ περιστρέφεται γύρω ἀπ' τὸν ἑαυτό του. Ἀντίθετα, ὁ ἁμαρτωλός ποὺ μετανοεῖ κι ἐξομολογεῖται βγαίνει ἀπ' τὸν ἑαυτό του. Ὅταν ἐξομολογηθεῖ, δὲν γυρνάει πίσω.

Ὁ κενόδοξος τὴν ψυχή του τὴν ἀποξενώνει ἀπ' τὴν αἰώνια ζωή. Τελικὰ ὁ ἐγώσιος εἶναι σκέτη κουταμάρα! Ἡ κενοδοξία μᾶς κάνει κούφιους. Ὅταν κάνομε κάτι γιὰ νὰ ἐπιδειχθοῦμε, καταντοῦμε ἄδειοι ψυχικά. Ὅ,τι κάνομε, νὰ τὸ κάνομε γιὰ νὰ εὐχαριστήσουμε τὸν Θεό· ἀνιδιοτελῶς, χωρὶς κενοδοξία, χωρὶς ὑπερηφάνεια, χωρὶς ἐγωισμό, χωρὶς, χωρὶς... Νὰ εἶσαι ψάλτης στὴν ἐκκλησία, στὸ μοναστήρι. Νὰ ἔχεις φωνὴ πολὺ ἀγγελικὴ καὶ νὰ ψάλλεις στὸν Θεό, χωρὶς νὰ ξέρεις ὅτι τόσοι ἄνθρωποι σ' ἄκουνε, δηλαδή χωρίς νά τό σκέπτεσαι. Γίνεται; Δέν γίνεται εύκολα. Είναι δύσκολο αυτό. Γι' αυτό πολλοί ψάλτες έπλανήθησαν. Κατά κανόνα, όλοι οι καλοί ψάλτες έχουν μεγάλο εγωισμό. Όχι βέβαια όλοι, αλλά οι περισσότεροι. Όταν έχεις όμως ταπείνωση, έστω κι αν ψάλλεις ωραία κι αν διαβάζεις ωραία, δεν επηρεάζεσαι από εκείνους που σε άκουσε. Θα μού πεις, κι αν ψάλλεις ωραία κι αν διαβάζεις ωραία και τ' ακούει ό γέροντάς σου; Τίποτα δεν είναι αυτό, άμα έχεις ταπείνωση.

Πρέπει, πάση θυσία, νά γίνομε καλοί. Αυτό προσπαθώ κι εγώ ό καημένος. Αλλά έρχεται ό κόπος από δώ, με πλακώνει ή αρρώστια μου από κει και τίποτα δεν μπορώ νά κάνω. Όμως αγωνίζομαι. Θέλω νά γίνω πιο καλός, θέλω νά λατρεύσω τόν Θεό με αγάπη, με λαχτάρα, και κάνω όνειρα και κάνω προσπάθεια, αλλά δεν γίνεται τίποτα. Όμως αυτό μού δίνει χαρά και μία ικανοποίηση ότι επιτέλους προσπαθώ ν' αγαπήσω τόν Χριστό. Δεν τό έχω κατορθώσει, αλλά τό επιθυμώ.