Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

*Ένιωθα μεγάλη χαρά στη σκέψη ότι θά συναντούσα τόν Κύριο*

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Βίος καὶ Λόγοι

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 150 από 160

Κάποτε είχα φθάσει στο θάνατο. Είχα πάθει σοβαρή γαστρορραγία απ' την κορτιζόνη που μου βάλανε στο νοσοκομείο, όταν έκανα εγχείρηση στο μάτι, τό όποιο τελικά έχασα. Τότε έμενα σ' ένα καλυβάκι: δέν είχε ακόμη χτιστεί τό μοναστήρι. Απ' την εξάντληση δέν καταλάβαινα αν είναι μέρα ή νύκτα. Έφθασα στο θάνατο κι όμως έζησα. Αδυνάτισα πολύ. Μού κόπηκε ή όρεξη. Επί τρεις μήνες ζούσα με τρεις κουταλιές γάλα την ήμερα. Σώθηκα από μία κατσίκα!

Ζούσα με τη σκέψη της αναχωρήσεως. Ένιωθα μεγάλη χαρά με τη σκέψη ότι θά συναντούσα τόν Κύριο. Είχα βαθιά μέσα μου τό αίσθημα της παρουσίας του Θεού. Κι ό Θεός θέλησε τότε να μ' ενισχύσει και να με παρηγορήσει με κάτι πολύ ευλογημένο. Κάθε τόσο που αισθανόμουν ότι θά βγει ή ψυχή μου, έβλεπα στον ουρανό ένα άστρο που έκανε λαμπυρισμούς, έριχνε γύρω γύρω γλυκύτατες ακτίνες. Ήταν λαμπρό και πολύ γλυκό. Ήταν πολύ ωραίο! Τό φώς του είχε πολύ γλυκύτητα. Είχε χρώμα μαρινέ, ανοικτό σιέλ, σάν διαμάντι, σάν πολύτιμος λίθος. Όσες φορές τό έβλεπα, με γέμιζε παρηγοριά και χαρά, γιατί μέσα σ' αυτό τό άστρο ένιωθα ότι ήταν όλη ή Εκκλησία, ό Τριαδικός Θεός, ή Παναγία, οι άγγελοι, οι άγιοι. Είχα τό συναίσθημα ότι εκεί ήταν όλοι οι δικοί μου, οι ψυχές όλων των αγαπητών μου, των Γεροντάδων μου. Πίστευα ότι, όταν θά έφευγα απ' αυτή τη ζωή, εκεί στο άστρο αυτό θά πήγαινα κι εγώ απ' την αγάπη του Θεού, όχι απ' τις αρετές μου. Ήθελα να πιστεύω ότι ό Θεός, που μ' αγαπάει, μου τό εμφανίζει, για να μου πει: «Σέ περιμένω!».

Δέν ήθελα να σκέπτομαι την κόλαση, τά τελώνια. Δέν θυμόμουν τις αμαρτίες μου, ενώ είχα πολλές. Τις άφησα. Θυμόμουν μόνο την αγάπη του Θεού και χαιρόμουν. Και παρακαλούσα: «Γιά την αγάπη Σου, Θεέ μου, να είμαι κι εγώ εκεί. Αν, όμως, για τις αμαρτίες μου πρέπει να πάω στην κόλαση, ή αγάπη Σου ας με βάλει όπου θέλει. Αρκεί να είμαι μαζί Σου». Τόσα χρόνια έζησα στην έρημο με αγάπες στον Χριστό. Έλεγα στον εαυτό μου: «Αν πάεις πάνω στον ουρανό κι ό Θεός σου πει: “Εταίρε, πώς εισήλθες ώδε μη έχων ένδυμα γάμου; Τί θέλεις εσύ εδώ;”, θα Του πω: “Ό,τι θέλεις, Κύριέ μου, ό,τι θέλει ή αγάπη Σου, όπου θέλει ή αγάπη Σου ας με βάλει. Παραδίδωμαι στην αγάπη Σου. Αν θέλεις και στην κόλαση να με βάλεις, βάλε με, αρκεί να μη χάσω την αγάπη Σου!”».

Είχα συναίσθηση της αμαρτωλότητός μου: γι' αυτό συνέχεια έλεγα μέσα μου την προσευχή τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου:

«Οἶδα, Σώτερ, ὅτι ἄλλος ὡς ἐγὼ οὐκ ἔπταισέ Σοι, οὐδὲ ἔπραξε τὰς πράξεις, ἃς ἐγὼ κατειργασάμην. Ἀλλὰ τοῦτο πάλιν οἶδα, ὡς οὐ μέγεθος πταισμάτων οὐχ ἁμαρτημάτων πλῆθος ὑπερβαίνει τοῦ Θεοῦ μου τὴν πολλὴν μακροθυμίαν καὶ φιλανθρωπίαν ἄκραν».

Αὐτὰ ποὺ λέει ἡ εὐχή δὲν εἶναι λόγια δικά μας. Ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ σκεφθοῦμε καὶ νὰ ἐκφράσομε τέτοια λόγια. Τὰ ἔγραφαν ἅγιοι. Ἀλλ' αὐτὰ ποὺ ἔγραψαν οἱ ἅγιοι, νὰ τὰ ἐνστερνίζεται ἡ ψυχή μας καὶ νὰ τὰ αἰσθάνεται καὶ νὰ τὰ ζεῖ. Μοῦ ἀρέσει καὶ ἡ συνέχεια τῆς εὐχῆς.

«Οὐ λανθάνει Σε, Θεέ μου, ποιητὰ μου, λυτρωτὰ μου, οὐδὲ σταλαγμὸς δακρύων, οὐδὲ σταλαγμοῦ τι μέρος. Τὸ μὲν ἀκατέργαστόν μου ἔγνωσαν οἱ ὀφθαλμοί Σου, ἐπὶ τὸ βιβλίον δὲ Σου καὶ τὰ μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα Σοι τυγχάνει. Ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου, Ἴδε μου τὸν κόπον ὅσος! Καὶ τὰς ἁμαρτίας πάσας ἄφες μοι, Θεὲ τῶν ὅλων...».

Αὐτὴ τὴν προσευχὴ ἐπαναλάμβανα συνεχῶς μὲ λαχτάρα, γιὰ νὰ φύγω μ' αὐτοὺς τοὺς λογισμοὺς. Ὅσο τὴν ἐπαναλάμβανα, τόσο ἀπὸ κεῖ πάνω ἐμφανιζόταν στὸ ἄπειρο τὸ ἄστρο, ἡ παρηγοριά μου. Ἐρχόταν ὅλες αὐτὲς τὶς ἡμέρες ποὺ πονοῦσα. Κι ὅταν ἐρχόταν, πετοῦσε ἡ ψυχή μου κι ἔλεγα μέσα μου: «Ἦλθε τὸ ἄστρο μου!». Αἰσθανόμουν νὰ μὲ τραβάει νὰ πάω σ' αὐτὸ φεύγοντας ἀπ' τὴ γῆ. Ἔνιωθα μεγάλη χαρὰ, ὅταν τὸ ἔβλεπα. Δὲν ἤθελα νὰ σκέπτομαι τὶς ἁμαρτίες μου, σᾶς εἶπα, γιατὶ αὐτὲς θὰ μ' ἔβγαζαν ἀπ' αὐτὸ τὸ μυστήριο. Μόνο μιὰ φορά, μόνο μιὰ φορά τὸ αἰσθάνθηκα ἄδειο, δὲν λαμπύριζε, δὲν ἦταν γεμάτο. Κατάλαβα. Ἦταν ἀπ' τὸν ἀντίθετο. Τὸ περιφρόνησα, στράφηκα ἀλλοῦ, μίλησα στὴν ἀδελφὴ μου γιὰ δουλειές. Μετὰ ἀπὸ λίγο τὸ εἶδα πάλι νὰ λαμπυρίζει πολύ. Ἡ χαρὰ πάλι ἦλθε πιὸ ζωηρὰ μέσα μου.

Ὅλο αὐτὸ τὸν καιρὸ εἶχα φρικτοὺς πόνους σ' ὅλο μου τὸ σῶμα. Οἱ ἄλλοι ἔβλεπαν νὰ πεθαίνω. Ἐγὼ εἶχα παραδοθεῖ στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Δὲν προσευχόμουν νὰ μὲ ἀπαλλάξει ἀπ' τοὺς πόνους. Ὁ πόθος μου ἦταν νὰ μ' ἐλεήσει. Εἶχα ἀκουμπήσει σ' Αὐτόν, περίμενα νὰ ἐνεργήσει ἡ χάρις Του. Δὲν φοβόμουν τὸ θάνατο. Στὸν Χριστὸ θὰ πήγαινα. Ὅπως σᾶς εἶπα, ἔλεγα συνεχῶς αὐτὴ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ἀλλὰ ὄχι μὲ ἰδιοτέλεια, ὄχι γιὰ νὰ μοῦ δώσει τὴν ὑγεία μου. Τὴν αἰσθανόμουν μιὰ μιὰ λέξη.