Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

*Ὁ Θεός στους αξίους Του κάνει μεγάλες αποκαλύψεις*

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Βίος καὶ Λόγοι

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 156 από 160

Θά σας διηγηθώ μερικά παραδείγματα, για νά καταλάβετε ότι ό Θεός στους αξίους Του μέ τρόπο απλό και φυσικό κάνει μεγάλες αποκαλύψεις. 'Αποκαλύπτει γεγονότα του παρελθόντος, του παρόντος και τί θα γίνει στο μέλλον. Τους αποκαλύπτει τό βάθος της ψυχής τών ανθρώπων, τους πόνους και τις χαρές τους, τις αμαρτίες και τά χαρίσματά τους, τις σωματικές και ψυχικές ασθένειές τους, τό χρόνο και τόν τρόπο του θανάτου τους. 'Ακούστε με.

Πάνω, ψηλά στο Σινά, είναι πολλά ασκητήρια. Εκεί, λοιπόν, κατοικούσε κάποτε ένας γέροντας με τόν υποτακτικό του. Ο γέροντας ήταν εκατό χρονών. Είχε πληροφορία ότι θ' αποθάνει. Πιό κάτω, σε μία κατωφέρεια, υπήρχε λίγο χώμα. Λέγει, λοιπόν, στον υποτακτικό του:

— Νά μου σκάψεις τό λάκκο μου, γιατί θ' αποθάνω. Σέ λίγο θα σε φωνάζω.

Ο υποτακτικός υπάκουσε αμέσως κι έσκαψε τό λάκκο. Ο γέροντας έκανε προσευχή. Σέ λίγο τόν φωνάζει:

— Έλα, Παφνούτιε παιδί μου, πιάσε με απ' τό χέρι να με πάεις στον τάφο, γιατί, όταν πεθάνω, πώς θα με κατεβάσεις μόνος σου εκεί κάτω; Έλα, πιάσε με απ' τό χέρι.

Και σιγά σιγά με τό μπαστουνάκι και με τή βοήθεια του υποτακτικού κατεβήκανε τήν κατηφόρα. Έφθασανε στον τάφο και του λέγει:

— Κράτα με, κράτα με!

Και με τή βοήθεια του μπήκε στον τάφο, αφού προηγουμένως χαιρετιστήκανε, φιληθήκανε. Μπήκε μες στον τάφο, ξαπλώθηκε, έκλεισε τά μάτια του και προσευχόμενος παρέδωσε τό πνεύμα.

Είδατε; Φαίνονται απίστευτα. Κι όμως, έτσι γίνανε!

Πολλοί άγιοι αξιώθηκαν απ' τόν Θεό να μεταφέρονται σ' άλλους τόπους κατά τήν επιθυμία τους και να πηγαίνουν εκεί «είτε εν σώματι, είτε εκτός του σώματος» και να γίνονται ορατοί και από άλλους.

Κάποια φορά ό ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Σινά, πατήρ Γεώργιος, ήταν άρρωστος. Είχε, όμως, τήν επιθυμία να πάει να μεταλάβει απ' τόν Πατριάρχη στά Ιεροσόλυμα. Εκείνη τή στιγμή στο κελλί του στο Σινά πήγανε οι υποτακτικοί του και τόν ρώτησαν αν θα μπορέσει να έλθει στην εκκλησία.

— Όχι, τούς λέει, δέν θα έλθω.

Μόλις έφυγανε, ό Γέροντας έμεινε μόνος σωματικώς, ενώ πνευματικώς, με τό νου του, πήγε στον Ιερό Ναό της Αναστάσεως τών Ιεροσολύμων και παρακολουθούσε εκεί τήν Λειτουργία. Είδε τόν Πατριάρχη να μπαίνει στο Ιερό. Αλλά και όλοι εκεί οι ιερείς, οι διάκονοι, οι αρχιερείς είδαν τόν ηγούμενο τήν ώρα της Θείας Λειτουργίας και τήν ώρα της Θείας Μεταλήψεως του εφόρεσαν επιτραχήλιο. Προσήλθε στην Αγία Τράπεζα και από τά χέρια του Πατριάρχου επήρε τά άχραντα Μυστήρια. Όταν τελείωσε η Θεία Μετάληψη, επήγανε όλοι οι ιερείς στον ιερό νιπτήρα και πλύνανε τά χέρια τους. Επέρασε και ό πατήρ Γεώργιος δίπλα στον Πατριάρχη, ό οποίος του λέει:

— Τό μεσημέρι σε περιμένω στο τραπέζι.

Ο πατήρ Γεώργιος δέν μίλησε, αλλά του έκανε μία υπόκλιση.

Έν τώ μεταξύ στο Σινά, μετά τήν εκεί Θεία Λειτουργία, μπήκαν στο κελλί του ό διάκος κι ό παπάς μ' ένα μοναχό, που κρατούσε τή λαμπάδα και τό θυμιατό, και τόν μεταλάβανε.

Στά Ιεροσόλυμα, όταν ήλθε η ώρα να φάνε, ό Πατριάρχης περίμενε τόν πατέρα Γεώργιο. Πέρασε η ώρα, δέν μπόρεσαν νά περιμένουν άλλο και βάλανε νά φάνε. Ὁ Πατριάρχης στενοχωρέθηκε πολύ κι έστειλε στο Σινά τρεις αδελφούς απ' τά Ἱεροσόλυμα, γιά νά δούνε γιατί τόν παράκουσε κι έφυγε, ενώ ήταν τόσο γνωστός γιά τήν υπακοή του. Ἔφθασαν, λοιπόν, οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Πατριάρχη καὶ μόλις μπήκανε μέσα στο μοναστήρι, λένε:

— Εἶχε ἔλθει ὁ Γέροντάς σας κάτω στά Ἱεροσόλυμα καὶ μετέλαβε στό ναό τῆς Ἀναστάσεως. Τόν εἴδαμε ὅλοι ἐκεῖ κι ὁ Πατριάρχης τοῦ εἶπε νά καθίσει στήν τράπεζα. Ἐκεῖνος ὅμως ἔφυγε. Αὐτό στενοχώρησε πολύ τόν Πατριάρχη· τόν παρεξήγησε καὶ μᾶς ἀνέθεσε νά τόν μαλώσομε γι' αὐτή του τήν παρακοή.

Οἱ ἀδελφοί τῆς μονῆς τά χάσανε.

— Τί λέτε; τούς λένε. Ὁ Γέροντάς μας ἔχει νά βγει ἀπ' τό μοναστήρι πενήντα χρόνια! Λάθος κάνετε.

— Ὄχι, τούς λένε, τόν εἴδαμε ὅλοι.

— Γιά νά σᾶς ἀποδείξομε τήν ἀλήθεια, ἐλάτε, λοιπόν, νά σᾶς πάμε στόν Γέροντα.

Τούς ἐπήγανε καὶ, μόλις τόν ἀντίκρισαν, τοῦ κάνανε τά παράπονα τοῦ Πατριάρχη. Ἐκεῖνος δέν μίλησε, σέ λίγο, ὅμως, τούς εἶπε:

— Νά πείτε στόν Μακαριώτατο νά μέ συγχωρέσει κι ἀκόμη νά τοῦ δώσετε ἕνα χαρμόσυνο μήνυμα: ὁ Θεός μου ἀπεκάλυψε πῶς σέ ἕξι μήνες θά σμίξομε· γι' αὐτό νά ἑτοιμασθεῖ.

Βλέπετε, ὁ ἡγούμενος τοῦ Σινά πήγε στά Ἱεροσόλυμα, χωρίς ὁ ἴδιος νά ξέρει ἄν ἦταν ἐν σώματι εἴτε ἐκτός τοῦ σώματος, ἀλλὰ πάντως τόν εἴδανε πού πήγε.

Πολλοί ἅγιοί μας, ἐπίσης, συνεννοοῦντο ἀπό μακριά καὶ συμπροσήχοντο. Ὅλα γίνονται μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ δέν ὑπάρχουν ἀποστάσεις. Νά μέ συγχωρέσει ὁ Θεός πού θά τό πῶ, ἀλλὰ παλιά μ' ἕναν ἱερομόναχο ἀπ' τό Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους στήν Εὐβοία, τόν πατέρα Παῦλο, συνεννοούμεθα πολλές φορές ἀπό μακριά. Θά σᾶς πῶ ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Ὅταν εἶχα πάει ἐκεῖ, μετὰ τό Ἅγιον Ὄρος, εἶχα ἕνα σοβαρό πρόβλημα. Λόγῳ τῆς ὑγείας μου — εἶχα γυρίσει, ὅπως σᾶς ἔχω πεῖ, ἀπ' τό Ἅγιον Ὄρος πολύ ἄρρωστος— ἔπρεπε νά τρώω κανένα αὐγό, λίγο γάλα. Δέν ἔπρεπε νά φάω τότε φασόλια, φακές κ.λπ. Ἐκεῖ κυρίως ἐτρώγανε φασόλια, κουκιά, ρεβίθια. Ἐμένα ἡ ὑγεία μου δέν μου ἐπέτρεπε νά μένω μέ ἄλλους ἀδελφούς καὶ νά τούς σκανδαλίζω. Ἔτσι τό αἰσθανόμουνα ἐγώ. Ντρεπόμουνα, ὅμως, νά τό πῶ καὶ σκεπτόμουνα νά φύγω ἀπ' τό μοναστήρι. Μιά μέρα ἐκάθισα κάτω ἀπό ἕνα μεγάλο δέντρο, πού τό ὀνομάζουνε ἀλεό. Μέ εἶχαν συνεπάρει αὐτές οἱ σκέψεις τῆς φυγῆς, ὁπότε ξεπροβάλλει μπροστά μου ὁ πατὴρ Παῦλος, κρατώντας ἕνα μεγάλο βιβλίο. Ἦταν ἡ Ἁγία Γραφή, Παλαιά καὶ Καινή Διαθήκη. Εἶχε πάει βαθιά στά δέντρα, στό δάσος, καὶ διάβαζε. Ξαφνικά σηκώνεται, ἔρχεται σ' ἐμένα, πλησιάζει καὶ μοῦ λέγει:

— Τί κάνεις, πάτερ Πορφύριε; Ξέρεις τί σκέφθηκα; Γνωρίζω τό πρόβλημά σου, ὅτι εἶσαι ἄρρωστος καὶ ὑποφέρεις απ' τό στομάχι σου, γιατί δέν χωνεύει τά φαγητά πού τρώμε στό μοναστήρι. Λοιπόν, σκέφθηκα νά σου δίνουμε καί γάλα κι αυγά. Δικαιολογείσαι, έφόσον είσαι άρρωστος, νά κάνεις κάποια δίαιτα.

Τόν ρωτάω:

— Πώς τό σκέφθηκες αυτό;

— Νά, λέει, τώρα πού έρχομουν προς τά δώ...

Βλέπετε, όλα τά κάνει ή χάρις τού Θεού.

Πολλές φορές παλιότερα, αλλά καί τώρα, «πετάω» στό 'Αγιον 'Ορος πάνω απ' τόν 'Αθωνα καί προσεύχομαι μαζί μέ τούς άγιορεῖτες πατέρες. Αισθάνομαι πολύ τήν χάρι τών άσκητών καί τά θυμιάματα πού εύωδιάζουν, καθώς άνεβαίνουν στόν ούρανό. Σύννεφα γύρω απ' τόν 'Αθωνα τά μοσχολίβανα! Αύτά τά μέρη άλλοτε τά βάδιζαν άγιοι μέ μεγάλη άφοσίωση καί προσευχή στόν Θεό. Καί οι πέτρες, καί αυτές έχουν έμποτισθεί μέ τήν χάρι τού Θεού, πού προσείλκυαν οι άγιοι στόν έαυτό τους. Αύτά τά πρόσωπα εκεί ήταν άγγελοι τού Θεού σταλμένοι έδω στή γῆ. 'Έζησαν ζωή άγγελική. 'Έζησαν μέ έρωτα προς τόν Θεό, μέ αγάπη, μέ άφοσίωση.

Καθώς ξυπνάω τή νύκτα έδω στό μοναστήρι, «βλέπω» τό 'Αγιον 'Ορος νά έχει πλημμυρίσει απ' τήν χάρι έξαιτίας τών έωθινών προσευχών τών πατέρων. Μόλις χτυπάει τό τάλαντο, τρέχουνε ν' ακούσουνε «Έξεγερθέντες τού ύπνου» κι άρχίζουνε μέ λαχτάρα, μέ αγάπη, μέ χαρά τίς προσευχές. Τί νά σάς πώ! 'Ανοίγει ό Παράδεισος. 'Έτσι τά αισθάνομαι μέ τήν χάρι τού Θεού καί τά λέω. 'Αφήστε νά τά λέω. Θέλω νά τά λέω. 'Απ' τήν αγάπη μου γιά σάς τό κάνω!

'Ένα άλλο μυστικό τώρα θά σάς πώ. Τίς νύκτες έπικοινωνώ τηλεφωνικώς μ' έναν άγιορείτη άσκητή. Αυτός μελετάει πολύ τούς Πατέρες καί μου έξηγεί πολλά πράγματα. Συζητούμε πνευματικά ζητήματα. Τρέλα, τί νά σάς πώ!... Αυτό έγινε καί σήμερα πρωί πρωί, δηλαδή νύκτα στίς τρείς. Οι καμπάνες χτυπούσαν εκείνη τήν ώρα πού συνομιλούσαμε. 'Επί μισή ώρα κουβεντιάζαμε πάρα πολύ ωραία πράγματα. Είλικρινά, μεγάλη χαρά αισθάνθηκα, μεγαλύτερη απ' ό,τι μπορώ νά σάς εκφράσω. Δόξα Σοι ό Θεός! 'Ενώ λέγαμε αυτά τά πνευματικά, μου λέει:

— Χτυπάει ή καμπάνα γιά τήν εκκλησία καί τρέχω νά προλάβω.

Τού λέω:

— Γέροντα, μή μ' αφήνεις!

— Μετά χαράς, μου λέει. 'Έλα νά πάμε στήν εκκλησία, νά είμαστε μαζί, νά βλέπομε τά μεγαλεία τού Θεού, τήν Θεία Λειτουργία, τήν χάρι τού Χριστού. 'Έλα, δέν ύπάρχει απόσταση έν Χριστώ 'Ιησού τώ Κυρίω ημών. Καμία απόσταση!

Καί «πήγα» μαζί του στήν εκκλησία. 'Όλες τίς ώρες μαζί του προσευχόμουνα. 'Έβλεπα όλες τίς ιερές καί άγιες εικόνες, τίς λαμπάδες, τά κεράκια, τά καντηλάκια νά τσιτσιρίζουν. 'Έβλεπα τούς ιερείς νά λειτουργούν μεταρσιωμένοι. 'Ήταν γεμάτη ή εκκλησία από ασκητές κι όλοι είχαν μεγάλη χαρά μέσα τους καί ψάλλανε: «Δείτε ιδώμεν πιστοί που έγεννήθη ό Χριστός... ή Γέννησις σου... ή Παρθένος σήμερον... Χριστός γεννάται, δοξάσατε...». Στό «Μετά φόβου Θεοῦ» πήγε νά μεταλάβει. Δίπλα του κι ἐγώ, μέ τήν χάρι τοῦ Κυρίου μας, συγκινημένος. Συγχωράτε με, πού τά λέγω. Ἔβλεπα ὅλους τούς ἀδελφούς νά δέονται. Αἰσθάνθηκα μεγάλη ἀγαλλίαση. Ὅ, τί ἔβλεπαν ἐκείνοι, ἔβλεπα κι ἐγώ. Μά ἦταν πνευματικὴ πανδαισία αὐτή ἡ Λειτουργία μέ τούς ἁγίους ἀσκητές, τίς χαρούμενες ψυχοῦλες πού τά αἰσθανόντουσαν ὅλα, πού ἐζούσανε τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων! Τήν ἐζούσανε! Πῶς θά ἤθελα νά ἤσασταν κι ἐσείς, ν' ἀκούγατε τά λόγια πού λέγανε!

Ἡ χαρά μου γίνεται πολύ μεγάλη, ὅταν ὁ ἄλλος μοῦ βεβαιώνει ὅτι αὐτό πού «βλέπω» εἶναι πράγματι ἔτσι, γιατί καταλαβαίνω πῶς αὐτή ἡ γνώση δέν προέρχεται παρά μόνον ἐκ Θεοῦ. Νά σᾶς πῶ τί ἐννοῶ. Σᾶς ζητάω πολλές φορές νά μοῦ διαβάσετε μία παράγραφο, παραδείγματος χάριν, ἀπό κάποιον Πατέρα, καί σᾶς λέγω: «Κοιτάξτε στή σελίδα δέκα, στήν παράγραφο δύο, στό μέσον τῆς σελίδας καί θά τό βρείτε αὐτό πού σᾶς εἶπα». Ἀνοίγετε, πράγματι, στή συγκεκριμένη σελίδα, τό βρίσκετε, μοῦ τό διαβάζετε. Εἶναι γραμμένο ἀκριβῶς ὅπως σᾶς τό ἔχω πεῖ. Παραξενεύεσθε ἐσείς, γιατί μοῦ ἔρχεται μεγάλη χαρά καί λέω, «ἄ, δέν τό ἤξερα, πρώτη φορά τ' ἀκούω!», ἐνῶ σᾶς τό ἔχω πεῖ πιό πρίν ἀπ' ἔξω. Κι ὅμως, ἀλήθεια σᾶς λέγω, δέν λέγω ψέματα. Ὅντως δέν τό ἤξερα, διότι ποτέ δέν τό εἶχα διαβάσει πιό πρίν. Τή στιγμή πού σᾶς εἶπα τήν παράγραφο, ἐκείνη τή στιγμή μοῦ τό ἐφανέρωσε μέσα μου ἡ θεία χάρις, τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐγώ, ὅμως, τ' ἄκουσα γιά πρώτη φορά τήν ὥρα πού τό διαβάσατε, γιατί ποτέ δέν τό εἶχα διαβάσει καί μοῦ ἔκανε ἐντύπωση καί χάρηκα, πού ἐπιβεβαιώσατε αὐτό πού μοῦ ἐφανέρωσε ἡ θεία χάρις. Νά σᾶς πῶ κι ἕνα ἄλλο παράδειγμα.

Κάποια μέρα, ὁ ἡγούμενος τῆς Μεγίστης Λαύρας ὁμίλησε στήν Ἀρχαιολογική Ἑταιρεία στίς ἐφτά τό ἀπόγευμα. «Πῆγα» μέ τήν προσευχή καί τόν «εἶδα». Παρακολούθησα σχεδόν μισή ὥρα. Ἡ αἴθουσα ἦταν γεμάτη κόσμο, πού ἦταν πολύ ἀφοσιωμένος καί συγκινημένος. Καί τί βλέπω! Τόν ἡγούμενο, πού ὁ ἰδρώτας εἶχε βγεί ἔξω ἀπ' τά ράσα του. Ποτάμι τόν ἰδρώτα ἔχυνε αὐτός ὁ ἄνθρωπος τή στιγμή αὐτή πού ὁμιλοῦσε! Πράγματι, ὅταν σᾶς πῆρα στό τηλέφωνο νά μοῦ πεῖτε πῶς πήγε ἡ ὁμιλία, μοῦ εἴπατε:

— Πολύ ὡραῖα πράγματα, συγκινήθηκε ὅλος ὁ κόσμος. Τί νά σᾶς πούμε, ὅμως, ποτάμι πήγαινε ὁ ἰδρώτας!

Μυστήριο! Ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν...

Μιά ἄλλη φορά πηγαίναμε ἐκδρομή πρός τή βόρειο Εὐβοία τέσσερις-πέντε ἄνθρωποι. Τ' αὐτοκίνητο κυλοῦσε μές στήν πανέμορφη φύση. Φυτά, δέντρα, ἄνθη ἀπό ἀριστερά· δεξιά ἡ ἀπέραντη θάλασσα. Ὅλα ὡραῖα, καθαρά, ὁλοφώτεινα. Κανείς δέν μιλοῦσε. Ξαφνικά ρώτησα τούς συνοδούς μου:

— Τί βλέπετε ἔξω; Ὅ, τί βλέπετε, τό «βλέπω» κι ἐγώ, ὁ τυφλός, αὐτή τή στιγμή μέσω τῶν δικών σας ματιῶν.

Ἄρχισα νά τραγουδάω:

«Τά μάτια σου εἶναι μάτια μου, τά φρύδια σου δικά μου, τά δυό σου χέρια είν' κλειδιά, π' ανοίγουν την καρδιά μου».

Αυτό τό τραγούδι είναι κοσμικό, αλλά τό παίρνουμε μεταφορικά. Καταλάβατε; Υπάρχουν κι άλλα μάτια, τά μάτια της ψυχής. Μέ τά μάτια τά σαρκικά μπορεί να βλέπεις περιορισμένα, ενώ μ' εκείνα της ψυχής μπορεί να βλέπεις και πίσω απ' τό φεγγάρι. Εσείς βλέπετε με τά μάτια του σώματος. Τά ίδια πράγματα βλέπω κι εγώ με την χάρι ακόμη πιο καλά, πιο καθαρά. Μέ τά μάτια τά σαρκικά βλέπεις τά πράγματα εξωτερικά. Μέ τά μάτια της ψυχής βλέπεις πιο βαθιά. Εσείς βλέπετε εξωτερικά, εγώ βλέπω και πώς είναι εσωτερικά. Βλέπω και διαβάζω την ψυχή του άλλου.

Ό Θεός μου έδωσε αυτή την χάρι απ' την υπακοή μου στους Γέροντές μου. Όσοι αγάπησαν και προσκολληθήκαν στον Γέροντά τους πήραν τό χάρισμα που είχε ό ίδιος. Ό Άγιος Πρόχορος από τόν Άγιο Ιωάννη τόν Θεολόγο, ό Άγιος Πρόκλος από τόν Άγιο Χρυσόστομο, ό Άγιος Συμεών ό Νέος Θεολόγος από τόν Γέροντά του. Και στην Παλαιά Διαθήκη βλέπουμε ότι ό Προφήτης Ηλίας έδωσε τό χάρισμα της προφητείας στον μαθητή του, Προφήτη Ελισσαίο.