Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

*Ὁ Γερο-Δημάς μου μετέδωσε τό χάρισμα της ευχής και τό διορατικό*

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Βίος καὶ Λόγοι

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 22 από 160

Στις τέσσερις ή ώρα χτύπησαν οι καμπάνες. Ὁ Γερο-Δημάς μόλις άκουσε τις καμπάνες, έκανε μερικές μετάνοιες και σταμάτησε να προσεύχεται. Κάθισε στο πεζούλι —νομίζω πώς είναι κτιστό τό πεζούλι στον πρόναο— κι έρχεται ό Μακαρούδας —έτσι τόν έλεγαν τόν Μακάριο χαϊδευτικά. Ήταν γρήγορος και γλυκομίλητος. Αγγελούδι ήταν. Τί ωραία που άναβε τά καντήλια! Τί ωραία που άναβε τόν πολυέλαιο! Τί ωραία πάλι που τά έσβηνε ένα ένα! Τί ωραία που έκανε τις μετάνοιες! Ζητούσε συγγνώμη δεξιά-αριστερά, για να πάρει τά βιβλία να κανοναρχήσει. Πώ, πώ, πώ, τόν αγαπούσα! Άξιζε, γιατί είχε χάρι Θεού.

Λοιπόν, μπήκε μέσα ό Μακάριος, ό Μακαρούδας, στόν κυρίως ναό. Πίσω του άνοιξε την πόρτα ό Γερο-Δημᾶς και μπήκε κι αυτός μέσα. Στάθηκε λίγο να τακτοποιηθεί στο στασίδι του για την ακολουθία, νομίζοντας πώς κανείς δεν τον είχε δει. Κι εγώ χάθηκα μέσα απ' τη σκιά της σκάλας και κρυφά και δειλά μπήκα μές στον κυρίως ναό. Έπηγα κι επροσκύνησα την Αγία Τριάδα. Μετά έγυρισα και στάθηκα παράμερα. Στο «Μετά φόβου Θεού...» πολλοί πατέρες κοινώνησαν. Έβαλα κι εγώ μετάνοια και μετέλαβα. Από τη στιγμή που μετέλαβα, μου ήλθε μία χαρά υπερβολική, ένας ενθουσιασμός.

Μετά την ακολουθία έφυγα στο δάσος μόνος μου, γεμάτος χαρά κι αγαλλίαση. Τρέλα! Νοερώς έλεγα την Ευχαριστία πηγαίνοντας για την καλύβα. Με πάθος έτρεχα μές στο δάσος, πηδούσα απ' τη χαρά μου, άνοιγα σ' έκταση τα χέρια μ' ενθουσιασμό, δυνατά και φώναζα: «Δόξα Σοι ό Θεοοός! Δόξα Σοι ό Θεοοός!». Ναι, τα χέρια μου μείνανε ξερά, γίνανε κόκκαλο, ξύλο, κι ανοιγμένα ίσια σχημάτιζαν με το σώμα μου σταυρό. Δηλαδή, αν με έβλεπες απ' το πίσω μέρος, θα έβλεπες ένα σταυρό. Το κεφάλι μου σηκωμένο προς τον ουρανό, το στέρνο έτεντωνε με τα χέρια να φύγει για τον ουρανό. Το μέρος που είναι η καρδιά επήγαινε να πετάξει. Αυτό που σας λέω είναι αλήθεια, το είχα πάθει. Πόση ώρα ήμουν σ' αυτή την κατάσταση δεν ξέρω. Όταν συνήλθα, έτσι όπως ήμουν, κατέβασα τα χεράκια μου και σιωπηλός με δάκρυα προχώρησα πάλι με βρεγμένα τα μάτια μου.

Έφθασα στο κελλί. Δεν εκολάτσισα κατά τη συνήθειά μου. Να μιλήσω δεν μπορούσα. Πήγα στην εκκλησία, αλλά, όπως συνήθιζα να ψάλλω διάφορα κατανυκτικά, δεν έψαλα. Κάθισα στο στασίδι κι έλεγα το «Κύριε Ίησου Χριστέ, ελέησον με». Συνέχιζε εκείνη η κατάσταση αλλά πιο ήρεμα. Μ' έπνιγε η συγκίνηση. Αναλύθηκα σε δάκρυα. Έφευγαν άβιαστα απ' τα μάτια μου, μόνα τους. Δεν τα ήθελα, αλλά ήταν συγκίνηση για την επίσκεψη του Θεού. Δεν σταμάτησαν ως το βράδυ. Δεν μπορούσα να ψάλλω, να σκέπτομαι, να μιλώ. Κι αν βρισκόταν άλλος εκεί, δεν θα του μιλούσα. Θα έφευγα, να είμαι μόνος.

Ένα είναι βέβαιο. Ο Γερο-Δημᾶς μου μετέδωσε το χάρισμα της ευχής και το διορατικό, την ώρα που ο ίδιος προσευχόταν στο νάρθηκα της Αγίας Τριάδος, του Καθολικού των Καυσοκαλυβίων. Αυτό που έπαθα, ποτέ δεν το είχα σκεφθεί, ούτε ποτέ επιθυμήσει, ούτε το περίμενα. Οι Γέροντες δεν μου είχαν μιλήσει ποτέ γι' αυτά τα χαρίσματα. Αυτή την παράδοση είχαν. Δεν με διδάσκαν με λόγια. Μόνο με τη στάση τους. Διαβάζοντας τους βίους των αγίων και των οσίων, έβλεπα τα χαρίσματα που τους έδιδε ό Θεός. Οι Πατέρες δεν έκαναν εκβιασμούς, δεν ζητούσαν σημεία, δεν ζητούσαν χαρίσματα. Εγώ δεν είπα ποτέ μου — πιστεύε με — να έπαιρνα κάποιο χάρισμα απ' τον Θεό. Ποτέ δεν το σκέφθηκα. Κι αυτό που ποτέ δεν σκέφθηκα παρουσιάστηκε ξαφνικά κι εγώ ποτέ δεν του έδωσα σημασία.

Κατά το απογευματάκι της ίδιας ημέρας έβγηκα από την εκκλησία. Κάθισα στο πεζούλι και κοίταζα κατά τη θάλασσα. Πλησίαζε η ώρα που συνήθως ερχόντουσαν οι Γέροντες μου. Εκεί που κοίταζα μήπως έλθουν, τους είδα να προβάλλουν. Τους είδα να κατεβαίνουν κάτι μαρμάρινα σκαλιά. Αὐτός ὅμως ὁ τόπος ἦταν μακρινός, δὲν ἔπρεπε κανονικά νὰ τὸν βλέπω. Τούς εἶδα μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἐνθουσιάσθηκα. Ἦταν ἡ πρώτη φορά ποὺ μοῦ συνέβηκε αὐτό. Πετάγομαι ἔξω, τρέχω καὶ τοὺς φθάνω. Παίρνω τὰ δισάκια.

— Πῶς τὸ ἤξερες ὅτι ἐρχόμαστε; λέει ὁ Γέροντας.

Ἐγὼ δὲν μίλησα. Ὅταν ἐφθάσαμε ὅμως στὸ κελλί, πλησιάζω τὸν μεγάλο Γέροντα, τὸν πατέρα Παντελεήμονα, μυστικὰ καὶ κρυφὰ ἀπ' τὸν παπα-Ἰωαννίκιο, καὶ τοῦ λέω:

— Γέροντα, δὲν ξέρω πῶς νὰ σοῦ τὸ ἐξηγήσω. Ἐνῶ ἥσασταν πίσω ἀπ' τὸ βουνό, ἐγὼ σᾶς εἶδα φορτωμένους κι ἔτρεξα. Τὸ βουνὸ ἦταν σὰν τζάμι κι ἔβλεπα πίσω.

— Καλά, καλά, λέει ὁ Γέροντας, μὴ δίνεις σημασία σ' αὐτά, οὔτε νὰ τὸ πεῖς πουθενά, γιατί ὁ πονηρὸς παρακολουθεῖ.