Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Τό αγάπησα τό αηδόνι και μ' ενέπνευσε

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Βίος καὶ Λόγοι

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 24 από 160

Μιά μέρα, ένα πρωινό επροχώρησα μόνος μου στο παρθένο δάσος. Όλα, δροσισμένα από την πρωινή δροσιά, λαμπύριζαν στον ήλιο. Βρέθηκα σε μία χαράδρα. Την πέρασα. Κάθισα σ' ένα βράχο. Δίπλα μου κρύα νερά κυλούσαν ήσυχα κι έλεγα την ευχή. Ησυχία απόλυτη. Τίποτα δέν ακουγόταν. Σε λίγο, μέσα στην ησυχία ακούω μία γλυκιά φωνή, μεθυστική, να ψάλλει, να υμνεί τόν Πλάστη. Κοιτάζω, δέν διακρίνω τίποτα. Τελικά, απέναντι σ' ένα κλαδί βλέπω ένα πουλάκι: ήταν αηδόνι. Κι ακούω τό αηδονάκι να κελαηδάει, να σχίζεται: μάλιστα, πού λέμε, ή γλώσσα του, φούσκωσε απ' τους λαρυγγισμούς ό λαιμός του. Αυτό τό πουλάκι τό μικροσκοπικό να κάνει κατά πίσω τά φτερά του, για να έχει δύναμη και να βγάζει αυτούς τους γλυκύτατους τόνους, αυτή την ωραία φωνή και να φουσκώνει ό λάρυγγάς του! Πώ, πώ, πώ! Νά 'χα ένα ποτηράκι μέ νερό, για να πηγαίνει να πίνει και να ξεδιψάει!

Μού ήλθαν δάκρυα στα μάτια. Τά ίδια εκείνα δάκρυα της χάριτος πού κυλούσαν άβιαστα και τά όποια απέκτησα απ' τόν Γερο-Δημά. Ήταν ή δεύτερη φορά πού τά δοκίμαζα.

Δέν μπορώ να σας μεταφέρω αυτά πού ένιωσα. Αυτά πού αισθάνθηκα. Σας φανέρωσα, όμως, τό μυστήριο. Και σκεπτόμουν: «Γιατί τό αηδονάκι να βγάζει αυτούς τους λαρυγγισμούς; Γιατί να κάνει αυτές τις τρίλιες; Γιατί να ψάλλει αυτό τό υπέροχο άσμα; Γιατί, γιατί, γιατί... γιατί να ξελαρυγγιάζεται; Γιατί, γιατί, για ποιο σκοπό; Μήπως περιμένει να τό επαινέσει κανείς; Όχι, βέβαια, εκεί κανείς δέν θα τό κάνει αυτό». Μόνος μου φιλοσοφούσα. Αυτό τ' απέκτησα μετά τό γεγονός μέ τόν Γερο-Δημά. Πριν απ' αυτό δέν τό έκανα. Πόσα δέν μου είπε τό αηδονάκι! Και πόσα του είπα μές στη σιωπή: «Αηδονάκι μου, ποιος σου είπε ότι εγώ θα περνούσα από δώ; Εδώ κανείς δέν πλησιάζει. Είναι τόσο απρόσιτο τό μέρος. Πόσο ωραία κάνεις χωρίς διακοπή τό καθήκον σου, την προσευχή σου στον Θεό! Πόσα μου λέεις, αηδονάκι μου, πόσα με διδάσκεις! Θεέ μου, συγκινούμαι. Αηδόνι μου, μου δείχνεις με τό κελαηδήμα σου πώς να υμνώ τόν Θεό, μου λες χίλια, πολλά, πάρα πολλά...».

Δέν είμαι καλά από υγεία, να τά πώ όπως τά νιώθω. Θά μπορούσε να γραφεί ένα ολόκληρο πεζογράφημα. Τό αγάπησα πολύ τό αηδόνι. Τό αγάπησα και μ' ενέπνευσε. Σκέφθηκα: «Γιατί εκείνο κι όχι κι εγώ; Γιατί εκείνο να κρύβεται και όχι κι εγώ;». Και μου ήλθε στο νου ότι πρέπει να φύγω, πρέπει να χαθώ, πρέπει να μην υπάρχω. Είπα: «Γιατί; Είχε αυτό κόσμο μπροστά του; Ήξερε ότι ήμουνα εγώ και τ' άκουγα; Ποιός τ' άκουγε πού ξελαρυγγιάζον; Γιατί πήγαινε σε τέτοια κρυφά μέρη; Αλλά κι εκείνα τ' αηδονάκια μές στο λόγγο, μές στη ρεματιά πού βρισκόντουσαν τη νύχτα και την ημέρα, τό βράδυ και τό πρωί, ποιος τ' άκουγε που ξελαρυγγιαζόντουσαν όλα; Και γιατί τό κάνανε αυτό τό πράγμα; Και γιατί πηγαίνανε σε τέτοια κρυφά μέρη; Γιατί σπάζανε τό λάρυγγά τους; 'Ο σκοπός ήταν ή λατρεία, τό ψάλσιμο στον Δημιουργό τους, ή λατρεία στον Θεό'. Έτσι τά εξηγούσα.

'Ολ' αυτά τά θεώρησα ότι ήταν του Θεού άγγελοι, δηλαδή πουλάκια που δοξάζανε τον Θεό, τον Πλάστη τών απάντων και δεν τ' άκουγε κανείς. Ναι, κρύβονταν, να μην τ' ακούει κανείς, πιστέψτε με! Δεν τά ενδιέφερε να τ' άκουε, αλλά ποθούσαν μες στη μοναξιά, μες στην ησυχία, μες στην ερημιά, μες στη σιωπή να τ' ακούει ποιος άλλος; 'Ο Πλάστης τών απάντων, ό Δημιουργός του παντός. Αυτός που τούς χάρισε ζωή και πνοή και φωνή. Θα ρωτήσετε: «Είχανε μυαλό;». Τί να πω, δεν ξέρω αν τό έκαναν συνειδητά ή όχι. Δεν ξέρω. Γιατί αυτά είναι πουλάκια. Μπορεί τώρα να είναι στη ζωή και μετά να μην υπάρχουν, όπως λέει ή Αγία Γραφή. Δεν πρέπει εμείς να σκεπτόμαστε διαφορετικά απ' ό,τι λέει ή Αγία Γραφή. 'Ο Θεός μπορεί να μας παρουσιάσει ότι όλοι αυτοί ήταν άγγελοι του Θεού. Εμείς δεν τά ξέρουμε αυτά. Πάντως κρύβονταν, να μην ακούει κανείς τη δοξολογία τους.

'Έτσι και για τους μοναχούς ή ζωή εκεί, στο Άγιον Όρος, είναι άγνωστη. Ζεις με τον Γέροντα, τον αγαπάεις. Οι μετάνοιες, οι ασκήσεις, όλα γίνονται, αλλά ούτε τις θυμάσαι, ούτε κανείς λέει για σένα: «Τί είναι αυτός;». Ζεις τον Χριστό, είσαι του Χριστού. Ζεις μέσα σ' όλα και ζεις τον Θεό, εν ω τά πάντα ζουν και κινούνται· εν τώ οποίω και διά του οποίου —είναι δικές μου ελληνικούρες αυτές. Μπαίνεις μες στην άκτιστη Εκκλησία και ζεις εκεί ως άγνωστος. Κι ενώ αναλύεται για τους συνανθρώπους σου προσευχόμενος, μένεις άγνωστος σ' όλους τους ανθρώπους, χωρίς ίσως ποτέ να σε γνωρίσουν.