Αναγνωστήριο

Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.

Βρείτε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο Αγίας Γραφής.

Ψυχωφελές κείμενο

Έξομολογούσα ασταμάτητα νύκτα-μέρα

Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Βίος καὶ Λόγοι

Λεπτομέρειες ἔργου
Συγγραφεύς
Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

—

Ενότητα 32 από 160

Μετά από δύο χρόνια με κάνανε και πνευματικό. Σε μία μεγάλη πανήγυρη, που ήταν κόσμος, με πήγανε στο δεσποτικό και μου διαβάσανε επίσημα ευχή πνευματικού. Ήμουνε σε νεαρή ηλικία. Πού να έξερα! Ήμουνε και κουτός ο μαύρος... Δεν ήξερα γράμματα ακόμη, δεν ήξερα τους κανόνες. Τι να πω, πολύ κουτός... Τι να σου κάνω; Έκλινα τό κεφάλι μου στην υπακοή. Τώρα τό καταλαβαίνω. Τότε δεν τό καταλάβαινα και τόσο.

Πόσο μ' αγαπούσαν κι οι μοναχοί κι ο κόσμος που ερχόταν για εξομολόγηση! Εκεί εξομολογούσα ασταμάτητα νύκτα-μέρα. Δηλαδή άρχισα πρωί πρωί, συνέχεια όλη την ημέρα, στη συνέχεια όλη τη νύκτα και την επόμενη ημέρα και την άλλη νύκτα χωρίς διακοπή. Δηλαδή δύο είκοσιετράωρα χωρίς φαγητό. Ευτυχώς, όμως, ο Θεός με φρόντιζε και φώτιζε την αδελφή μου και μου έφερνε λίγο γάλα κι έπινα. Υπήρχε μία σκάλα με πολλά σκαλιά προς τό εξομολογητήριο και την ανέβαιναν οι άνθρωποι, για να εξομολογηθούν. Όλη τη νύκτα περίμεναν να πάρουν σειρά. Όταν έφευγαν, έλεγαν ο ένας στον άλλο: «Πώ, πώ, ένας παπάς καρδιογνώστης!». Τό έλεγαν αρβανίτικα, δηλαδή ένας «πρίφτης» καρδιογνώστης. Έμεινα εκεί δεκαπέντε χρόνια.

Όταν ερχόντουσαν, είχα τη συνήθεια να ρωτάω. Δηλαδή ρωτούσα: «Πόσο χρονών είσαι; Μέ ποιόν μένεις;». Άλλος έλεγε: «Μέ την γυναίκα μου». Άλλος έλεγε: «Μέ τους γονείς μου». Άλλος έλεγε: «Μένω μόνος μου». Και συνέχιζα: «Τί έχεις σπουδάσει; Τί εργασία κάνεις; Πόσο καιρό έχεις νά ξεχολογηθείς; Πόσο καιρό έχεις νά μεταλάβεις;». Κάτι τέτοια. Καί μετά, ανάλογα μέ τό τί θά μού είχε πει, τού μιλούσα λίγο κι επειδή έξω ήταν ουρά που περίμενε, τού έλεγα:

— Παιδί μου, τί ενθυμείσαι τώρα; Τί αισθάνεσαι νά βαρύνει τήν ψυχή σου, τή συνείδησή σου; Τί παραπτώματα έχεις κάνει, τί αμαρτίες; Κι άρχισε αυτός σιγά σιγά νά ομολογεί τά λάθη του καί κάπως εγώ τόν βοηθούσα, ενώ έλεγα πρωτύτερα ότι όντως πρέπει νά τά πει, όπως τά αισθάνεται.

Αυτούς που έρχοντουσαν νά ξεχολογηθούν τούς «έζεματούσα» στήν αρχή, τόν πρώτο καιρό. Όποιος έρχόταν νά ξεχολογηθεί, είχα δίπλα μου τό *Έξομολογητάριον* τού Αγίου Νικοδήμου. Έλεγε, γιά παράδειγμα, μία αμαρτία βαριά: κοίταζα εκεί, στό βιβλίο, έγραφε «Δεκαοκτώ χρόνια νά μή μεταλάβει». Δέν ήξερα, δέν είχα πείρα. Τούς έβαζα ανάλογα τόν κανόνα. Ό,τι έγραφε μές στό βιβλίο ήταν νόμος. Σιγά σιγά έρχοντουσαν καί τόν άλλο χρόνο: κι έρχοντουσαν από διάφορα μέρη, από διάφορα χωριά, από μακρινά, από κοντινά. Όταν, όμως, τούς ρωτούσα:

— Πόσο καιρό έχεις νά ξεχολογηθείς; καί μού έλεγαν:

— Νά, πέρυσι τέτοιο καιρό ξεχολογήθηκα σ' έσένα, τούς ρωτούσα:

— Τί σου είχα πει;

— Έ, μού είχες πει νά κάνω εκατό μετάνοιες κάθε βράδυ.

— Τίς έκανες;

— Όχι.

— Γιατί;

— Έ, μού είπες, «δεκαοκτώ χρόνια γιά νά μεταλάβω». Εγώ σκέφθηκα, «κολασμένος καί κολασμένος είμαι», κι έτσι τά παράτησα όλα.

Καταλάβατε; Μετά έρχότανε άλλος. Τά ίδια. Λέω, τί κάνω εδώ πέρα; Τότε σωφρονίσθηκα. Ό πνευματικός έχει τήν έξουσία που δένει καί λύνει. Καί θυμάμαι έναν κανόνα τού Αγίου Βασιλείου απ' έξω. Εκεί πάνω βασίστηκα καί άλλαξα τακτική στήν ξεχολογήση. Λέει εκεί:

«Ό τού δεσμείν καί λύειν έξουσίαν λαβών, ούτινος ούν τών ήμαρτηκότων ό μεγάλην όρων συντριβήν, έλαττώσαι τόν χρόνον τών επιτιμίων. Μή χρόνω κρίναι άλλα τρόπω τά επιτίμια».

Έτσι άρχισα νά παροτρύνω τούς άνθρωπους νά διαβάζουν κανόνες αγίων, προσευχούλες, νά κάνουν μετάνοιες, νά διαβάζουν τήν Αγία Γραφή. Κι έτσι άρχισαν νά δίνουν σημασία στά τής θρησκείας μας. Μαλάκωσαν οι καρδιές τους καί μόνοι τους ζητούσαν νά νηστεύουν, ν' αγωνίζονται κι ήθελαν νά γνωρίσουν τόν Χριστό. Κι ένα έχω καταλάβει, ότι, όταν κανείς γνωρίσει τόν Χριστό καί Τόν αγαπήσει καί αγαπηθεί από τόν Χριστό, όλα μετά είναι καλά καί άγια καί χαρούμενα κι όλα εύκολα.